Αρχειοθήκη ιστολογίου


Πηγή: Contra Info



Στις 26 Δεκέμβρη ο Μάντυ Φάιφερ τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση στο ομοσπονδιακό κέντρο κράτησης του Σηάτλ. Παραδόθηκε ο ίδιος στις Αρχές στις 9π.μ. με τη συνοδεία δεκάδων φίλων του, που τον αποχαιρέτησαν.

Ο Μάντυ είναι το τέταρτο άτομο που προφυλακίζεται επειδή αντιστάθηκε στη διαδικασία που διεξάγει το ομοσπονδιακό μεγάλο σώμα ενόρκων στο Σηάτλ, το οποίο διατείνεται πως ερευνά την εμπλοκή αναρχικών στους βανδαλισμούς εναντίον του ομοσπονδιακού δικαστηρίου Νακάμουρα τη μέρα της Πρωτομαγιάς.

Ο Ματ Ντουρέν και η Κτήο Ολέζνικ είναι στα κελιά από τον Σεπτέμβρη, ενώ η Λη Πλαντ τέθηκε σε προφυλάκιση και αφέθηκε κατόπιν ελεύθερη μες στον Οκτώβρη (παραμένει αδιευκρίνιστος ο λόγος, αλλά διάφορα άτομα υποψιάζονται πως συνεργάστηκε με το FBI).

Μπορείτε να στείλετε επιστολές συμπαράστασης (στ’ αγγλικά) στον Μάντυ, αλλά έχετε κατά νου πως δεν μπορεί να βγάλει εύκολα τα γράμματα που είναι χειρόγραφα, οπότε καλύτερα πληκτρολογήστε και τυπώστε τα λόγια σας. Κάθε στήριξη στους τρεις προφυλακισμένους είναι πολύτιμη. Η εκδήλωση αλληλεγγύης τούς δίνει δύναμη να συνεχίσουν την αντίσταση.

Matthew Pfeiffer #42421-086
Katherine Olejnik #42592-086
Matthew Kyle Duran #42565-086

FDC SeaTac, P.O. Box 13900
Seattle, WA 98198 (USA)


Το ακόλουθο κείμενο μας στάλθηκε στο e-mail από αναρχικούς/ες της Αθήνας.


Ήρθαν και φέτος τα Χριστούγεννα, οι άγιες γιορτές, της αγάπης, της γενναιοδωρίας της καλοσύνης, οι μέρες που όλοι αγαπούν όλους και εύχονται χρόνια πολλά. Υπό το φάντασμα της κρίσης όμως, η κατανάλωση δεν μπορεί να είναι τόσο μεγαλόπρεπη για όλους. Οι περισσότεροι αναγκάζονται να περιορίσουν τις καταναλωτικές τους συνήθειες στα ''βασικά'' ή να δανειστούν, να στερηθούν αργότερα δηλαδή, για να ζήσουν την αίγλη που αρμόζει στις εορτές. Όλοι όμως λίγο- πολύ κάτι θα πάρουν, έτσι για το ''καλό'' ή για το κακό;

Ας δούμε τι κρύβεται πίσω από τα ''βασικά'' αγαθά και τα δώρα των Χριστουγέννων.

Κάθε τι που οι κάτοικοι των πόλεων καταναλώνουν με μανία τις γιορτές κρύβει πίσω του τον πόνο και το θάνατο άλλων ανθρώπων, ζώων και φυσικών πλασμάτων.

Μια περιπλάνηση στους δρόμους και τα μαγαζιά του κέντρου της Αθήνας μπορεί να είναι αποκαλυπτική αν προσπαθήσουμε να κοιτάξουμε πίσω από τα φώτα των δρόμων και των βιτρινών και δούμε από πού προέρχονται όλα αυτά τα εξαίσια δώρα.

Ξεκινάμε λοιπόν το μικρό μας ταξίδι από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στο πεδίον του Άρεως, όπου εκατοντάδες έλατα κείτονται νεκρά περιμένοντας τον επίδοξο αγοραστή-νεκροθάφτη να τα αγοράσει και να στολίσει το σπίτι του με αυτά, για να πεταχτούν στα σκουπίδια δύο βδομάδες αργότερα. Αυτά τα δέντρα που μας χαρίζουν τόσο απλόχερα το οξυγόνο που αναπνέουμε τα σκοτώνουμε για μια εφήμερη ευχαρίστηση και ματαιοδοξία. Τι ηλικία να έχουν άραγε αυτά τα δέντρα; Τι ηλικία να έχει άραγε ο αγοραστής τους; Ο σπλαχνικός πατέρας που θα γυρίσει σπίτι αγκαλιά με το νεκρό δέντρο για να γεμίσει χαρά τα παιδιά του. Έχει σκεφτεί άραγε πώς θα μπορούσε να ήταν εκείνα στη θέση του δέντρου;

Και ναι κάποια άλλα παιδιά είναι κατά ένα τρόπο στη θέση του δέντρου, εκείνα στις φάμπρικες του τρίτου κόσμου που κατασκευάζουν τα παιδικά παιχνίδια, πολλές φορές νηστικά και αλυσοδεμένα. Πώς αλλιώς μπορείς να κάνεις ένα παιδί να κάτσει ακίνητο και να δουλεύει 12 και 15 ώρες; Πάλι για να χαρούν τα δικά μας παιδιά, για να εξαγοράσει ο νονός, ο γονιός, ο θείος τις ώρες που δεν πέρασε μαζί τους επειδή ήταν απασχολημένος με τα ζητήματα των μεγάλων. Χαρίζουμε πόνο και δυστυχία. Πίσω από τα ράφια των παιχνιδάδικων μάτια πρησμένα από το κλάμα και την αϋπνία, παιδικά ουρλιαχτά, μώλωπες στο σώμα , ψυχές για πάντα σημαδεμένες από τη κακοποίηση σε κοιτάνε και σου λένε πόσο ακόμα θα συναινείς;

Η βόλτα συνεχίζεται στα καταστήματα νέας τεχνολογίας, όπου εκατοντάδες νέα πανάκριβα γκατζετάκια προορίζονται για δώρα Χριστουγέννων για εφήβους και νεολαίους που τα θεωρούν προέκταση του χαρακτήρα τους και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πώς και που φτιάχνονται όλα αυτά τα υπερσύγχρονα εργαλεία; Σε εργοστάσια κολαστήρια της Ασίας όπου νέοι εργάτες έως 21 ετών δουλεύουν ασταμάτητα σα σκλάβοι μέσα σε πόλεις φάμπρικες, όπου και οι ίδιοι αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι. Τους ξεζουμίζουν και μετά τους διώχνουν, Τα ποσοστά αυτοκτονίας είναι τεράστια σε αυτές τις φάμπρικες. Για να παραχθούν όλα αυτά τα προϊόντα χρειάζονται ένα σωρό σπάνια μέταλλα που ξεκοιλιάζουν τη γη για να τα πάρουν από τα ορυχεία. Δάση και ποτάμια καταστρέφονται πληθυσμοί ολόκληροι ξεσπιτώνονται για να μπορούν οι πολυεθνικές να βγάζουν περισσότερα κέρδη. Και επειδή η τεχνολογία συνεχώς εξελίσσεται, όλα αυτά τα προϊόντα όντας πλήρως αναλώσιμα και προσπελάσιμα μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα είτε πετιόνται στα σκουπίδια είτε ''ανακυκλώνονται''. Σε τι συνίσταται όμως αυτή η ανακύκλωση; Εταιρίες από όλο το κόσμο μαζεύουν αναλώσιμα υπολογιστών κλπ και τα πηγαίνουν σε πόλεις σκουπιδοτόπους των φτωχών χωρών όπου εξαθλιωμένοι άνθρωποι ζουν μέσα σε βουνά τεχνοσκουπιδιών τα οποία και αποσυναρμολογούν σταδιακά.

Το εργοστάσιο με τους καλικάντζαρους του Αη Βασίλη είναι πολύ καλό για να ναι αληθινό.

Αφού περάσαμε τα μαγαζιά με τους υπολογιστές στη Στουρνάρη πάμε μια βόλτα από το Σύνταγμα, μπορεί φέτος ο δήμαρχος να μην έστησε δέντρο, έστησε όμως ένα κατασκεύασμα έκτρωμα για να ασχημύνει και άλλο αυτή τη γκρίζα πόλη, αν καταφέρεις να σκαρφαλώσεις αρκετά μπορείς να έχεις μια θεαματική αυτοκτονία.

Κατεβαίνοντας τη Καραγιώργη Σερβίας οι αισθήσεις αμβλύνονται βιτρίνες με ατέλειωτα σοκολατάκια και γλυκά για όλα τα γούστα και τα πορτοφόλια να συνθέτουν το πλάνο. Σοκολάτες, το αγαπημένο γλυκό των παιδιών και των μεγάλων, από που να έρχεται άραγε το κακάο, πως φτάνει μέχρι εδώ; Δυστυχώς και για το κακάο η αλήθεια είναι πικρή. Η παιδική εργασία είναι και εδώ παρούσα, στην Ακτή Ελεφαντοστού 300.000 παιδιά εργάζονται σα σκλάβοι στις φυτείες του κακάο έχοντας απαχθεί από τις οικογένειες τους ή έχοντας πουληθεί στους δουλεμπόρους των φυτειών. Ο σύγχρονος καπιταλισμός και η δυτική σκέψη για δικαιώματα και ελευθερία είναι ίδιοι με όλα τα εξουσιαστικά συστήματα μέχρι σήμερα, βασίζει την ευημερία και την ύπαρξή της σε δούλους. Από τις πυραμίδες των Φαραώ και την δημοκρατική Αθήνα του Περικλή με τον Παρθενώνα, τους είλωτες τις Σπάρτης στους σύγχρονους ουρανοξύστες των μητροπόλεων παίζεται το ίδιο έργο, απλά σήμερα οι δούλοι είναι πολύ μακρυά για να νοιαστούμε για αυτούς.

Κατηφορίζοντας ακόμη λίγο φτάνουμε στη Βαρβάκειο, εκεί η μυρωδιά δεν είναι πλέον γλυκιά σαν της σοκολάτας, είναι άσχημη, η μυρωδιά του αίματος και της σήψης, γιατί την αποστρεφόμαστε άραγε αφού λέμε , λανθασμένα, ότι είμαστε από τη φύση μας σαρκοφάγα ζώα; Παρόλα αυτά πεπεισμένοι από το κοινωνικό status quo ότι η γαλοπούλα και το χοιρινό είναι αναπόσπαστο κομμάτι του γιορτινού γεύματος μπαίνουμε στο χώρο με τα εκατοντάδες κρεμασμένα πτώματα των ζώων. Ζώα που αν δεν είχαν πέσει στα χέρια της βιομηχανίας κρέατος θα ζούσαν ελεύθερα σε αγέλες σε λιβάδια και βουνά, όμως τώρα πέρασαν μια ζωή φυλακισμένα σε εκτροφεία για να σκοτωθούν στην εφηβική αν όχι βρεφική ηλικία (αρνάκι-μοσχαράκι γάλακτος) για να ικανοποιηθούν οι γαστριμαργικές μας επιθυμίες. Ωσάν άλλοι κανίβαλοι, όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι θα τρώμε το μωρό γουρουνάκι, το πρησμένο συκώτι της πάπιας που την τάισαν μέχρι να σκάσει (φουά-γκρά), τα τυριά από το γάλα της αγελάδας που σκότωσαν το μωρό της για να το πάρουν, τα αυγά των παραμορφομένων κοτόπουλων. Η λίστα δεν τελειώνει εκεί είναι πλέον τις μόδας τα εξεζητημένα κρέατα άγριων ζώων, ελάφια,ζαρκάδια, στρουθοκάμηλοι, αγριογούρουνα και δε ξέρω τι άλλο συνθέτουν το παζλ της διεστραμμένης μαγειρικής.

Τα βάσανα για τα μη ανθρώπινα ζώα δεν τελειώνουν εδώ, αφού προσπεράσουμε τις βιτρίνες με τα πτώματα δύο στενά παρακάτω, είμαστε ακόμα στην Αθηνάς, βλέπουμε τις βιτρίνες και τα κλουβιά με τα κατοικίδια ζώα. Για αυτόν που δε ξέρει από που προέρχονται και που θα καταλήξουν τα ζώα αυτά είναι πιο τυχερά από τα άλλα τα σφαγμένα. ΄Όμως για να φτάσουν αυτά τα όμορφα και σχετικά υγιή στη βιτρίνα η μητέρα τους έχει γεννήσει δεκάδες φορές μέχρι να πεθάνει νέα από την υπεραναπαραγωγή και τα αδερφάκια τους που δεν πληρούσαν τα στάνταρ θανατώθηκαν. Ζωές εμπορεύσιμες, ζωές φυλακισμένες, ζωές για πάντα καταδικασμένες στην ανθρώπινη εξουσία. Ακούμε να λένε ''τι ποιο όμορφο δώρο για ένα παιδί από ένα κουτάβι, αγοράζοντας ένα ζώο χαρίζεις στο παιδί σου ένα σύντροφο ζωής'', τι καταλαβαίνει άραγε ένα παιδί από αυτό; Ότι τους φίλους τους αγοράζουμε με χρήματα, ότι αδιαφορούμε για τα συναισθήματά τους, ότι μπορούμε να τους πετάξουμε στο δρόμο μόλις τους βαρεθούμε ή θεωρήσουμε ότι παρεμποδίζουν την καθημερινότητά μας. Τα ζώα-δώρα των Χριστουγέννων συνήθως πετιόνται μόλις έρθουν οι πασχαλινές ή οι καλοκαιρινές διακοπές σαν να ήταν λούτρινα, και γιατί να μην είναι άλλωστε αφού τα αγοράζει κανείς με τον ίδιο τρόπο. Όταν η ζωή γίνεται εμπόρευμα χάνει την αυταξία της, μετριέται με αριθμούς και γίνεται υπολογίσιμη με βάση το συμφέρον.

Αναστενάζοντας από θλίψη προχωρούμε προς την Ομόνοια, εκεί δεσπόζει ένα μεγάλο πολυκατάστημα, ένας υπέροχος κόσμος ομορφιάς για κάθε γυναίκα. Πέρα από το γεγονός της μαζικής θλίψης που προκαλούν τα επιβαλλόμενα πρότυπα ομορφιάς στις γυναίκες που σπαταλούν τη ζωή τους προσπαθώντας να τα πλησιάσουν και το γεγονός ότι πολλές από αυτές εργάζονται μόνο και μόνο για να καταναλώνουν τέτοια προϊόντα που θα τους εξασφαλίσουν την προσωπική ευτυχία, αυτά τα προϊόντα ευθύνονται για τους μαζικούς βασανισμούς των ζώων. Στα ράφια βλέπει κανείς μόνο το αποτέλεσμα, κρέμες σώματος, αποτριχωτικά κεριά, μάσκαρες, βαφές μαλλιών, σαμπουάν και αφρόλουτρα. Για να φτάσουν όμως όλα αυτά να είναι ασφαλή για το μυγιάγγιχτο δυτικό καταναλωτή δοκιμάζονται με κάθε είδους βάναυση μέθοδο σε ζώα. Οι πειραματισμοί είναι εξωφρενικοί κουνέλια ταΐζονται με το ζόρι κραγιόν για να διαπιστωθεί σε ποια ποσότητα επέρχεται ο θάνατος, τους ρίχνουν τα τοξικά που χρησιμοποιούν στα μάτια για να μετρήσουν πότε θα τυφλωθούν. Βέβαια αν τα προϊόντα αυτά δεν ήταν τοξικά και επικίνδυνα και για την ανθρώπινη υγεία δεν θα υπήρχε ανάγκη πειραματισμού.

Οι κραυγές από τα εργαστήρια ζωοτομίας στοιχειώνουν τη διαδρομή πίσω στο μοναστηράκι, εκεί τι κακό μπορεί να υπάρχει; Από την ασφυκτικά γεμάτη πλατεία ανεβαίνουμε τη Πανδρόσου στη συμβολή με τη Καπνικαρέα κοιτάμε αριστερά. Πάλι πτώματα κρεμασμένα σε βιτρίνες, η γούνα ξανά στο προσκήνιο, πόνι, αλεπούδες, μινκ, λίγκες, σκύλοι και γάτες γδέρνονται για να νιώσει μια γυναίκα την ''πολυτέλεια'' της αληθινής γούνας, για να στολίσει το λαιμό της με το πτώμα κάποιου άλλου. Συνεχίζουμε τη διαδρομή, σοκ, μέχρι το Σύνταγμα παντού γουναράδικα, πάνω από 15 σε μια περιοχή 3 τετραγώνων, ποιος αγοράζει σήμερα γούνες αναρωτιέται κανείς. Το κράτος επιδοτεί τη βιομηχανία γούνας με 8εκ. Ευρώ το χρόνο για να κάνει εκτός των άλλων και εξαγωγικό εμπόριο. Η σφαγή και η δολοφονία των γουνοφόρων ζώων πυλώνας της ελληνικής οικονομίας μαζί με την κτηνοτροφία, τα ορυχεία και τα πετρέλαια στο λιβυκό πέλαγος, η δολοφονία των ζώων και η λεηλασία της φύσης συνθέτουν το όνειρο της εθνικής ανάπτυξης.

Η διαδρομή τελειώνει εδώ, όμως τίποτα δεν τελείωσε. Όπου και αν πήγαμε ακούγονταν χαρούμενα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που προσπαθούν να αμβλύνουν την απόγνωση και τη θλίψη που είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων, προσπαθούν να τους κάνουν να νιώσουν στιγμιαία μιαν ανέμελη χαρά, μια αισιοδοξία για το αύριο, αφού μπορείς να καταναλώνεις έστω και λίγο σήμερα είναι όλα μια χαρά, και αν δεν μπορείς να καταναλώσεις δεν πειράζει ας κάνεις μια βόλτα χαζεύοντας τις βιτρίνες και τα νέον. Αν μπορούσαν όμως τα μεγάφωνα να παίζουν τις κραυγές των παιδιών, των ανθρώπων, των ζώων που υπέφεραν για αυτά τα άχρηστα αντικείμενα, για την ικανοποίηση της καταναλωτικής μανίας τότε όλοι θα προσπαθούσαν να κλείσουν τ' αυτιά τους και να τρέξουν μακριά. Το σύστημα εξουσίας τρίβει τα χέρια του όσο υπάρχει η καταναλωτική αποχαύνωση, όσο η ατομική απόλαυση μπαίνει πάνω από τις ζωές των άλλων.

Μας λένε πως υπάρχει κρίση χρέους στην Ευρώπη, χρωστάμε λέει χρήματα στους δυνάστες μας.

Χρωστάμε αλλά όχι σ' αυτούς. Χρωστάμε στα παιδιά του τρίτου κόσμου, στα ζώα που σκοτώνονται, στα δάση που αποψιλώνονται και στα βουνά που σκάβονται, χρωστάμε στις θάλασσες που μολύνονται και στους λαούς που βομβαρδίζονται για τα πετρέλαια. Χρωστάμε στους εαυτούς μας μια ζωή ελεύθερη μακριά από τις πόλεις φυλακές, το 8ωρο, την κατανάλωση, την οικογένεια και τη μοναξιά.

Δε διανύουμε απλά μια συστημική κρίση ή μια οικονομική ύφεση, διανύουμε τη κρίση του σύγχρονου βιομηχανικού πολιτισμού που λεηλατεί και καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά του. Για να ζήσουμε ελεύθεροι χρειάζεται να παλέψουμε μέχρι την τελειωτική του καταστροφή πριν προλάβει να καταστρέψει κάθε μορφή ζωής στο πλανήτη.

Αγώνας για την ολική απελευθέρωση ή τίποτα!

αναρχικές-οι


Σήμερα αναδημοσιεύουμε άλλο ένα κείμενο του Σ. Καραγεωργάκη (έχουμε ήδη αναδημοσιεύσει το «Μάρεϊ Μπούκτσιν: ο στοχαστής της ελευθερίας και της οικολογίας» πριν μια εβδομάδα περίπου), το οποίο έχει δημοσιευτεί αρχικά και περιλαμβάνεται στον 3ο τόμο της σειράς «Θέματα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων», με τίτλο «Πολιτικές Προστασίας του Περιβάλλοντος», στις σελίδες 90-100.

Το κείμενο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ασχολείται με το ζήτημα της διαχείρισης των διατροφικών πόρων (αν είναι δόκιμος αυτός ο όρος), της σχετικής καταστροφής του περιβάλλοντος, και με το ζήτημα της παγκόσμιας πείνας και του πώς αυτή επηρεάζεται από την προώθηση των βιοκαυσίμων (ως «πράσινης» λύσης για το φαινόμενο του θερμοκηπίου) αλλά και την βιομηχανία εκμετάλλευσης των άλλων ζώων (συγκεκριμένα, της κτηνοτροφίας).

Πιστεύουμε πως έτσι δίνεται μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα του «αν μπορούν να τραφούν όλοι οι άνθρωποι ως χορτοφάγοι» στα πλαίσια της παγκόσμιας διαχείρισης της τροφής και των άλλων πόρων και επισημαίνεται η επιτακτική ανάγκη της χορτοφαγίας για περιβαλλοντικούς λόγους, πέραν των ηθικών και πολιτικών.

Τον προαναφερθέντα τόμο μπορείτε να τον κατεβάσετε σε PDF μορφή από εδώ, ενώ το κείμενο μεμονωμένα μπορείτε να το διαβάσετε online είτε μέσω του ιστολογίου του συγγραφέα, είτε μέσω Scribd, επιμελημένο ως μπροσούρα. Η επιλογή της εικόνας και η μικρή μορφοποίηση του κειμένου δική μας. Παραλείψαμε στο τέλος την προτεινόμενη βιβλιογραφία λόγω χώρου, μπορείτε όμως να την δείτε σε κάποιο από τα παραπάνω προτεινόμενα αρχεία προς κατέβασμα. 


Περίληψη

Στο παρακάτω άρθρο εξετάζεται η γιγάντωση της παγκόσμιας πείνας, ως απόρροια της υποτιθέμενης επίλυσης ενός περιβαλλοντικού προβλήματος, αυτό του φαινομένου του θερμοκηπίου, μέσω της επένδυσης στην τεχνολογία των βιοκαυσίμων. Επίσης ελέγχεται η συμβολή της βιομηχανικής εκτροφής μη ανθρώπινων ζώων στην επιδείνωση τόσο του φαινομένου του θερμοκηπίου, όσο και της παγκόσμιας πείνας. Τέλος, το τετράπτυχο «πείνα-φαινόμενο του θερμοκηπίου-βιοκαύσιμα-κρεοφαγία» υποβάλλεται σε κριτική μέσα από το πρίσμα μιας μη «ορθόδοξης» ερμηνείας της κοινωνικής οικολογίας του Murray Bookchin.

Λέξεις κλειδιά: Ηθική της τροφής (food ethics), παγκόσμια πείνα (world hunger), περιβαλλοντική φιλοσοφία (environmental philosophy), κοινωνική οικολογία (social ecology), ηθική για τα ζώα (animal ethics)


Εισαγωγή

Το πρόβλημα της πείνας και του υποσιτισμού δεν είναι καινούργιο, ούτε αφορά μόνο συγκεκριμένες γωνιές του πλανήτη. Είναι βέβαιο, ωστόσο, ότι ταλαιπωρεί περισσότερο κάποιες περιοχές από κάποιες άλλες. Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 φαίνεται ότι συνέβαλε στην επιδείνωση του προβλήματος και στην εμφάνισή του και σε άλλες χώρες. Πρέπει όμως να ρίξουμε όλες τις ευθύνες στην πρόσφατη κρίση για την πείνα που απειλεί όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού; Η απάντηση είναι αρνητική, κι αυτό γιατί η παγκόσμια πείνα δεν αποτελεί πλέον ένα «ανθρωπιστικό ζήτημα», αλλά ένα «περιβαλλοντικό ζήτημα», ή αν θέλετε είναι ένα πρόβλημα τόσο βαθειά βυθισμένο στον ωκεανό της περιβαλλοντικής κρίσης, ώστε είναι απίθανο να το λύσουμε χωρίς να αποφασίσουμε να βουτήξουμε στα ανοιχτά και να παλέψουμε με τα απόνερα της καταστροφικής ανθρώπινης επέμβασης στη φύση.

Τις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκε σημαντική αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής τροφής, δίχως όμως αυτό να σημαίνει ότι έχει επιλυθεί το παγκόσμιο πρόβλημα της πείνας, καθώς δεν υπάρχει ισοκατανομή της τροφής ανάλογα με τις ανάγκες συγκεκριμένων περιοχών του πλανήτη, όπως επίσης και λόγω των περιβαλλοντικών ζητημάτων. Οι διατροφικές συνήθειες του ανθρώπου, η διανομή τροφής και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την σίτιση του ανθρώπινου πληθυσμού, έχουν αποτελέσει αντικείμενα μελέτης αρκετών επιστημονικών πεδίων, με προεξέχοντα αυτά της ηθικής και της ανθρωπολογίας. Στο πεδίο της ηθικής έχει ανοίξει εδώ και μερικές δεκαετίες μια πολύ μεγάλη σχετική συζήτηση η οποία γίνεται κάτω από την ταμπέλα της ηθικής της τροφής (food ethics) ή της πολιτικής των τροφίμων (food policy). Η έμφαση, ωστόσο, που έχει δοθεί τις τελευταίες δεκαετίες σ’ αυτά τα ζητήματα, δε σημαίνει ότι αυτά είναι καινούργια, αλλά ότι απλώς τίθενται πλέον με ολοένα και πιο επιτακτικό τρόπο,1 και ένας από τους λόγους που συμβαίνει αυτό σχετίζεται με την πολιτική που ακολουθείται από πολλά κράτη για την προώθηση των βιοκαυσίμων.


Βιοκαύσιμα ή παγκόσμια πείνα

Από τα περιβαλλοντικά προβλήματα τα οποία επιζητούν επιτακτικά λύση ένα είναι αυτό του φαινομένου του θερμοκηπίου, εξαιτίας των άμεσων συνεπειών που έχει για τον πλανήτη (αύξηση της θερμοκρασίας της γης). Λόγω του επείγοντος αυτού του προβλήματος, ήταν επόμενο να ακολουθήσουν προσπάθειες από την πλευρά ειδικών επιστημόνων για την επίλυσή του. Ο κυριότερος λόγος για την επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου θεωρήθηκε η υπερκατανάλωση πετρελαίου. Γι’ αυτό, η επιστημονική έρευνα για την ανεύρεση νέων μορφών ενέργειας –οι οποίες θα αντικαθιστούσαν το πετρέλαιο– ικανοποιούσε τόσο την επιτακτική ανάγκη για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, όσο και την απεξάρτηση απ’ αυτό το ρυπογόνο μέσο. Άλλωστε το πετρέλαιο, βάσει μελετών, φαίνεται να εξαντλείται. Επιπλέον, είναι υπεύθυνο για ισχυροποίηση κρατών (αραβικά), τα οποία αποτελούν έναν αποσταθεροποιητικό παράγοντα στην παντοκρατορία της δύσης. Έτσι, τα βιοκαύσιμα (biofuels), ή αγροκαύσιμα (agrofuels) όπως τα ονομάζουν μερικοί (τα οποία παράγονται κυρίως από ελαιοδοτικές καλλιέργειες, όπως είναι ο ηλίανθος, η ελαιοκράμβη, η σόγια, το σουσάμι και άλλα), παρουσιάστηκαν –από τα δυτικά κυρίως κράτη– ως η λύση για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, αλλά και ως ένα μέσο για οικονομική ανεξαρτητοποίηση από τις αραβικές πετρελαϊκές δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Η.Π.Α. (παρότι οι ίδιες είναι από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγές χώρες) τη δεκαετία του 1970 επένδυσαν μεγάλα ποσά και έκαναν φοροαπαλλαγές στις επενδύσεις που σχετίζονταν με την παραγωγή αιθανόλης, με στόχο την απαλλαγή από τις πετρελαϊκές δεσμεύσεις. Και φτάσαμε στη νέα χιλιετία να έχουμε εντυπωσιακή παραγωγή βιοκαυσίμων. Το 2005 η παγκόσμια παραγωγή αιθανόλης πλησίασε τα 10 δισεκατομμύρια γαλόνια, από τα οποία το 45% προέρχονταν από καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου της Βραζιλίας και το 44% από καλλιέργειες καλαμποκιού των Η.Π.Α.2

Ωστόσο, δεν κράτησε πολύ η αισιοδοξία για τις λύσεις που μπορεί να προσφέρει στα περιβαλλοντικά προβλήματα το συγκεκριμένο προϊόν. Και αυτό γιατί η αυξανόμενη ζήτηση για βιοκαύσιμα, και επομένως για τις ενεργειακές καλλιέργειες –όπως λέγονται οι καλλιέργειες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων– προκάλεσε πολλαπλάσια προβλήματα, όπως είναι η αύξηση των τιμών των δημητριακών, η πείνα και η δέσμευση μεγάλων αποθεμάτων νερού. Οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τις ενεργειακές καλλιέργειες είναι σημαντικές, και αν προσθέσουμε σ’ αυτές και τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια δημητριακών που καταλήγουν να γίνονται ζωοτροφές, τότε λιγότερο από το 1/3 τη συνολικής παραγόμενης ποσότητας δημητριακών προορίζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε το 2006 τον Lester Brown του Earth Policy Institute της Ουάσινγκτον να γράψει ότι «τώρα υπάρχουν δύο ομάδες αγοραστών στην παγκόσμια αγορά των βασικών αγαθών: η μία των επεξεργαστών τροφίμων και η άλλη των παραγωγών βιοκαυσίμων».3 Εμείς θα προσθέταμε και μια τρίτη, αυτή των βιομηχανικών κτηνοτρόφων. Ωστόσο, επιστρέφοντας προς το παρόν στο ενεργειακό ζήτημα, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι αυτή ήταν μάλλον η πρώτη δήλωση που αφορούσε στην ομολογούμενη πλέον από πολλούς επιδείνωση της διατροφικής κρίσης λόγω της καλλιέργειας δημητριακών για παραγωγή βιοκαυσίμων. Το κοινωνικό κόστος της παραγωγής βιοκαυσίμων όμως είναι προκλητικό, κυρίως λόγω της απαιτούμενης ποσότητας δημητριακών, τα οποία θα στερηθούν από το τραπέζι τους οι άνθρωποι. Όπως είχε γραφτεί χαρακτηριστικά, για το γέμισμα του ρεζερβουάρ ενός τζιπ με 25 γαλόνια καθαρής αιθανόλης απαιτούνται περίπου 450 λίβρες καλαμποκιού, δηλαδή περίπου 220 κιλά, ποσότητα που είναι ικανή να θρέψει έναν άνθρωπο για ένα χρόνο.4

Σήμερα το πρόβλημα επισημαίνουν διεθνείς οργανισμοί, περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστήμονες. Στις αρχές του 2010 η βρετανική οργάνωση Action Aid ανέφερε ότι οι στόχοι που έχουν τεθεί για την ευρύτερη χρήση των βιοκαυσίμων θα προκαλέσουν μια αύξηση των τιμών των τροφίμων της τάξης του 76% μέχρι το 2020, προσθέτοντας στον αριθμό των πεινασμένων άλλα 600 εκατομμύρια.5 Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (Food and Agriculture Organization), σε έκθεσή του το 2007, επισημαίνει ότι οι καλλιέργειες για την παραγωγή βιοκαυσίμων ενδέχεται να «μειώσουν τη συνολική διαθεσιμότητα της τροφής», τονίζοντας ταυτόχρονα ότι η άνοδος των τιμών καθιστά την τροφή περισσότερο δυσπρόσιτη για τα φτωχά στρώματα, λόγω της ανόδου των τιμών.6 Η επόμενη έκθεση του ίδιου οργανισμού τo 2008 είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στο ζήτημα των βιοκαυσίμων και της τροφής, και ήδη από τον πρόλογο της έκθεσης τονίζεται ο επερχόμενος κίνδυνος από την εκτεταμένη χρήση γης για ενεργειακές καλλιέργειες για το πρόβλημα του υποσιτισμού.7

Αυτές οι προβλέψεις δεν είναι αβάσιμες. Αντιθέτως στηρίχτηκαν σε παρατηρήσεις που έγιναν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, τον Σεπτέμβριο του 2006 ένας τόνος καλαμποκιού κόστιζε 1.400 μεξικάνικα πέσος, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου η τιμή του σκαρφάλωσε στα 3.500 πέσος!8 Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αύξησης της τιμής των τροφίμων εξαιτίας του ανταγωνισμού με τις ενεργειακές καλλιέργειες σημειώθηκε στο Μεξικό το 2007 και ονομάστηκε η «κρίση της τορτίγιας». Εκεί, οι τιμές της τορτίγιας τριπλασιάστηκαν στις αρχές του 2007 λόγω της χρήσης του καλαμποκιού για βιοκαύσιμο. Αντίστοιχες αυξήσεις σημειώθηκαν τον ίδιο χρόνο στην τιμή της μπύρας στη Γερμανία και των ζυμαρικών στην Ιταλία.9 Και αν αυτά συμβαίνουν σε κάποιες από τις λεγόμενες «ανεπτυγμένες χώρες» του βορρά (στις οποίες ωστόσο ο σημερινός –ολοένα και πιο άγριος– καπιταλισμός οξύνει τις κοινωνικο-οικονομικές αντιθέσεις οδηγώντας μεγαλύτερα κομμάτια των πληθυσμών τους στην εξαθλίωση), φανταστείτε πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτή η άνοδος των τιμών τις χώρες που μαστίζονται εδώ και δεκαετίες από πείνα (π.χ. κάποιες αφρικανικές). Η χρήση της μανιόκας ως βιοκαύσιμου, αυτής δηλαδή της αμυλώδους ρίζας που καλύπτει περίπου το 1/3 των θερμιδικών αναγκών των κατοίκων της υποσαχάριας Αφρικής, φαίνεται ότι θα επιδεινώσει σοβαρά το πρόβλημα του υποσιτισμού.10 Και φυσικά η φτώχεια και η πείνα φέρνουν εξεγέρσεις. Γι’ αυτό, όπως αναφέρει ένας εκ των σημαντικότερων κοινωνικών οικολόγων, ο Brian Tokar, οι ελλείψεις τροφίμων οδήγησαν το 2008 σε ταραχές για φαγητό (food riots11) στο Μεξικό, στην Αίγυπτο, στην Ταϋλάνδη και στην Αϊτή, και σε ακόμα 30 χώρες.12

Μια άλλη πολύ σημαντική συνέπεια των ενεργειακών καλλιεργειών είναι η χρήση εξαιρετικά μεγάλων ποσοτήτων νερού. Για παράδειγμα το ζαχαροκάλαμο χρειάζεται 2200 λίτρα νερού για κάθε ένα λίτρο καυσίμου που παράγει,13 ενώ κατά μέσο όρο χρειάζονται 4.560 λίτρα νερού για την παραγωγή ενός λίτρου αιθανόλης.14 Όπως καταλαβαίνουμε, τα βιοκαύσιμα θα συντελέσουν έτσι στην επιδείνωση ενός από τα πιο σημαντικά προβλήματα σήμερα που είναι η λειψυδρία.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενεργειακές καλλιέργειες δεν υπάρχουν μόνο στις βιομηχανικές χώρες. Αυτού του τύπου οι καλλιέργειες έχουν κάνει για τα καλά την εμφάνισή τους και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για το 2010, ενεργειακές καλλιέργειες υπάρχουν σε 28 νομούς, με μεγαλύτερο αριθμό να παρατηρείται στην Ορεστιάδα, στις Σέρρες, στην Ξάνθη και την Θεσσαλονίκη. Για την ίδια χρονιά χρησιμοποιήθηκαν 727 χιλιάδες στέμματα γης από 12.863 καλλιεργητές, με τη συνολική παραγόμενη ποσότητα ενεργειακών πρώτων υλών να φτάνει στους 190.600 τόνους.15

Δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει και άλλους επιστημονικούς κλάδους, οι οποίοι εκ πρώτης όψεως δε φαίνεται να έχουν σχέση με το θέμα. Ωστόσο έγινε αντικείμενο διαλόγου σε πάνελ της Αμερικανικής Ανθρωπολογικής Ένωσης (American Anthropological Association) το 2007, ενώ ο ανθρωπολόγος Solomon H. Katz σε σχετικό άρθρο έκρουσε κι αυτός με τη σειρά του τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι, οι ανθρωπολόγοι μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του πώς επηρεάζει μια τέτοια κρίση τα νοικοκυριά, τα χωριά και τις κοινότητες.16 Ένα είναι όμως βέβαιο για το θέμα, ότι, όπως το έθεσε και ο Brian Tokar, «η αναδυόμενη παγκόσμια βιομηχανία αγροκαυσίμων έχει προκαλέσει σαφώς πολύ περισσότερες ανησυχίες παρά λύσεις στα προβλήματά μας».17


Κτηνοτροφία και παγκόσμια πείνα

Με μια πρώτη ματιά, η βιομηχανική παραγωγή κρέατος θα έπρεπε να αποτελεί λύση στο παγκόσμιο πρόβλημα πείνας αφού εξασφαλίζει χαμηλές τιμές στα προϊόντα της, και επομένως τα καθιστά πιο προσιτά στο ευρύ κοινό. Στο συγκεκριμένο συμπέρασμα μπορεί να οδηγηθεί κάποιος αν αναλογιστεί ότι τη δεκαετία του 1950 στην βόρεια Ευρώπη οι άνθρωποι ξόδευαν το 1/3 με 1/4 των εσόδων τους για την αγορά τροφίμων, ενώ σήμερα μόνο το 1/10.18 Αυτό αποτελεί κυρίως αποτέλεσμα της πτώσης της τιμής των ζωικών προϊόντων λόγω της εντατικής κτηνοτροφίας.

Σήμερα, τουλάχιστον το ένα τρίτο της καλλιεργήσιμης γης χρησιμοποιείται για την καλλιέργεια δημητριακών που προορίζονται για την εκτροφή ζώων. Τούτο σημαίνει ότι αυτές οι εκτάσεις δεσμεύουν ένα τεράστιο μέρος του διαθέσιμης γης για καλλιέργεια. Τα αγροτικά ζώα άλλωστε αποτελούν ακόμα μια πηγή εκτεταμένης ρύπανσης των αποθεμάτων νερού. Το έδαφος δεν μπορεί να απορροφήσει τόσο μεγάλες ποσότητες κοπριάς, με αποτέλεσμα να περνούν τα νιτρικά άλατα στα υπόγεια νερά και να προκαλούν καρκίνους και μεθαιμογλοβιναιμία, μια ασθένεια που προσβάλει τα βρέφη.19 Ο Singer αναφέρει για παράδειγμα ότι, η ολλανδική βιομηχανική κτηνοτροφία παράγει 94 εκατομμύρια τόνους κοπράνων ενώ το έδαφος μπορεί να απορροφήσει με ασφάλεια μόνο τα 50 εκατομμύρια.20 Επιπλέον, η βιομηχανική κτηνοτροφία είναι υπεύθυνη για το 35-40% της συνολικής ποσότητας εκπομπών μεθανίου, το οποίο επιβαρύνει κι αυτό με τη σειρά του σημαντικά το πρόβλημα του θερμοκηπίου.21 Μάλιστα, το μεθάνιο θεωρείται σοβαρότερος κίνδυνος από το διοξείδιο του άνθρακα για το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεθάνιο παραμένει στην τροπόσφαιρα για 7-10 χρόνια, και κάθε μόριό του παγιδεύει περίπου 25 φορές περισσότερη θερμότητα από ότι ένα μόριο διοξειδίου του άνθρακα.22 Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο επίσης ότι στις κτηνοτροφικές μονάδες καταναλώνεται σημαντική ποσότητα ενέργειας για φωτισμό, θέρμανση, εξαερισμό κλπ, αφού στο μεγαλύτερο μέρος τους οι μονάδες αυτές εδράζονται σε κλειστούς χώρους, απελευθερώνοντας έτσι μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.23 Σύμφωνα με αναφορά του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών η βιομηχανική εκτροφή ζώων είναι υπεύθυνη για την αύξηση της τάξης του 18% των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, περισσότερο δηλαδή από ότι προκαλεί ο τομέας των μεταφορών, ο οποίος θεωρείται ότι είναι ο κύριος υπεύθυνος για το φαινόμενο.24 Συνεπώς η κτηνοτροφία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους για την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη και πάλι, όπως και στην περίπτωση των βιοκαυσίμων, τις τεράστιες ποσότητες νερού που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ζωοτροφών. 3.000 λίτρα νερού χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια δημητριακών τα οποία αντιστοιχούν σε ένα κιλό βοδινού κρέατος.25 Όπως έγραψε χαρακτηριστικά και ο Peter Singer, «αν θέλουμε να αποφύγουμε τις καταστροφικές κλιματικές αλλαγές, τότε η μείωση του αριθμού των ζώων που εκτρέφουμε μπορεί να είναι ένας από τους ευκολότερους τρόπους για να το επιτύχουμε.»26 Ο Singer, υπήρξε άλλωστε ένας από τους πρώτους που συσχέτισε το ζήτημα της βιομηχανικής εκτροφής μη ανθρώπινων ζώων με την κλιματική αλλαγή ήδη από το 1975, τονίζοντας ότι η επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου οφείλεται και στις αποψιλώσεις δασών, οι οποίες και πάλι γίνονται για την εξασφάλιση καλλιεργήσιμων εκτάσεων, που στο μεγαλύτερο μέρος τους προορίζονται για ζωοτροφές. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά:
Τα δάση και τα ζώα κρεοπαραγωγής ανταγωνίζονται για την ίδια γη. Η τεράστια όρεξη των πλούσιων κρατών για κρέας, σημαίνει ότι οι αγροτικές επιχειρήσεις μπορούν να πληρώσουν περισσότερα απ’ αυτούς που θέλουν να προστατέψουν ή να αποκαταστήσουν τα δάση. Χωρίς υπερβολές, παίζουμε με το μέλλον του πλανήτη μας για χάρη των χάμπουργκερ.27

Κι όταν αναλογιζόμαστε τα νούμερα, τότε αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό είναι το πρόβλημα: 56 δισεκατομμύρια ζώα θανατώνονται το χρόνο για να καταναλωθούν από τον άνθρωπο, δίχως να υπολογίζουμε τα ψάρια.

Γι’ αυτό πλέον, πολλοί επιστήμονες αναφέρουν ότι τη μείωση στην κατανάλωση κρέατος μάς την επιβάλουν όχι τόσο φιλοσοφικοί λόγοι όσο καθαρά περιβαλλοντικοί.28 Έτσι, κάποιοι επιστήμονες επεξεργάζονται μοντέλα βάσει των οποίων η μείωση της κατανάλωσης κρέατος ή ακόμα καλύτερα η υιοθέτηση μιας απόλυτα χορτοφαγικής διατροφής παρουσιάζει τεράστια οφέλη για τη γη, το νερό και τον αέρα.29 Άλλοι επεξεργάζονται τρόπους όχι για τη μείωση της κατανάλωσης του κρέατος, αλλά για τη μείωση των εκπομπών μεθανίου, με την χορήγηση προβιοτικών στις αγελάδες, ούτως ώστε να αντικαταστήσουν τα βακτήρια που βρίσκονται στα στομάχια αυτών των ζώων με άλλους μικροοργανισμούς οι οποίοι θα βοηθήσουν στην πέψη των τροφών και ταυτόχρονα θα μειώσουν τις εκπομπές μεθανίου.30

Έχει φτάσει όμως η ώρα να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε αυτά τα πλάσματα ως αναλώσιμα-φαγώσιμα είδη, είτε ως πειραματόζωα, που δοκιμάζουμε επάνω τους νέες τεχνικές προκειμένου να μη διαταράξουμε τις διατροφικές μας συνήθειες. Ήρθε η ώρα να υιοθετήσουμε τη χορτοφαγική διατροφή, όχι μόνο για χάρη αυτών των πλασμάτων, αλλά και για χάρη των ανθρώπων και όλου του πλανήτη που απειλείται από τα καπρίτσια του ουρανίσκου μας.


Η κοινωνική οικολογία μπροστά στην παγκόσμια πείνα

Ο πρώτος ο οποίος έγραψε για τον κίνδυνο της υπερβολικής αύξησης του πληθυσμού και της πιθανής σπάνης των τροφίμων ήταν ο Thomas Malthus στο έργο του An Essay on the Principle of Population. Η επαναστατική σκέψη όμως δε συμπάθησε ποτέ τη σκέψη του Malthus και τις προφητικές του απειλές για το πρόβλημα του υπερπληθυσμού και της ενδεχόμενης σπάνης των τροφίμων. Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για τον Malthus και τις ιδέες του:
Αν ο αναγνώστης μού θυμίσει τον Μάλθους, που το έργο του Essay on Population βγήκε τα 1798, του υπενθυμίζω πως το σύγγραμμα αυτό στην πρώτη του μορφή δεν είναι παρά μια μαθητικά επιπόλαιη και παπαδίστικα εξαγγελμένη λογοκλοπή από τους Ντεφώ, σερ Τζέιμς Στούαρτ, Τάουνσεντ, Φραγκλίνο, Ουάλλας κλπ. Και δεν περιέχει ούτε μια θέση που να την έχει σκεφτεί ο ίδιος. Ο μεγάλος θόρυβος που προκάλεσε ο λίβελος αυτός οφείλεται αποκλειστικά σε κομματικά συμφέροντα. Η γαλλική επανάσταση είχε βρει φανατικούς υπερασπιστές στο βρετανικό βασίλειο· η «πληθυσμιακή αρχή, που καταστρώθηκε σιγά-σιγά τον 18ο αιώνα και που μετά, στην καρδιά μιας μεγάλης κοινωνικής κρίσης, διατυμπανίστηκε σαν το αλάθευτο αντιφάρμακο ενάντια στις θεωρίες του Κοντορσέ και άλλων, χαιρετίστηκε με αλαλαγμούς από την αγγλική ολιγαρχία σαν ο μεγάλος εξολοθρευτής κάθε όρεξης για ανθρώπινη πρόοδο.31

Την ίδια απέχθεια για τον Malthus έτρεφαν και οι αναρχικοί. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι το κλασικό κείμενο του Malthus για τον πληθυσμό γράφτηκε ως απάντηση στο Enquiry concerning Political Justice, and its Influence on General Virtue and Happiness, έργο του αναρχικού πολιτικού φιλοσόφου William Godwin (1756-1836).32

Όπως είναι επόμενο, οι ριζοσπαστική οικολογία που έχει τις ρίζες της στον κλασικό μαρξισμό και αναρχισμό δε θα μπορούσε να έχει πολύ διαφορετική στάση. Γι’ αυτό θεωρητικοί της πολιτικής οικολογίας βάλλουν εναντίον αυτών των απειλών που έβλεπε ο Malthus. Ο Murray Bookchin έχει γράψει αρκετά για το ζήτημα του υπερπληθυσμού, κυρίως στο πλαίσιο μιας συνολικής επίθεσης που είχε εξαπολύσει εναντίον της φιλοσοφίας της βαθιάς οικολογίας. Σε αρκετά του κείμενα τοποθετείται εναντίον των προβλέψεων αυτού του «δειλού Άγγλου εφημέριου» ενώ έχει αφιερώσει ένα δοκίμιο για την αντίκρουση των θέσεών του.33 Ο Bookchin, απαντά στις προειδοποιήσεις που ακούγονται από διάφορες φωνές του οικολογικού κινήματος του 1970 –ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του άλλωστε είναι και ο ίδιος– που μιλούσαν για την τραγική επικαιροποίηση του Malthus:
Μας προειδοποιούσαν, συχνά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ότι τη δεκαετία του 1980, για παράδειγμα, θα χρειαζόμασταν τεχνητά νησιά στους ωκεανούς για να στεγάσουν τον πλεονάζοντα πληθυσμό των ηπείρων. Μας έλεγαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι τα πετρελαϊκά μας αποθέματα θα εξαντλούνταν πλήρως μέχρι το τέλος του αιώνα. Ότι πόλεμοι μεταξύ λιμοκτονούντων λαών θα ρήμαζαν τον πλανήτη και κάθε έθνος θα προσπαθούσε να λεηλατήσει τις μυστικές αποθήκες των άλλων εθνών. (...) Δεν αναγκαστήκαμε να μετατρέψουμε τους ωκεανούς μας σε οικόπεδα, ούτε ξεμείναμε από πετρέλαιο, από αποθέματα τροφίμων, από υλικούς πόρους –ούτε από νεομαλθουσιανούς προφήτες.34

Για την κοινωνική οικολογία προβλήματα σαν αυτά που έβλεπε ο Malthus και ήρθαν ξανά στην επιφάνεια στον 20ο αιώνα είναι καθαρά κοινωνικά:
Μήπως μας διαφεύγει το ότι τα ατελείωτα κηρύγματα για την πιθανότητα μιας περιβαλλοντικής ολοκληρωτικής καταστροφής –ως αποτέλεσμα της μόλυνσης, της βιομηχανικής επέκτασης ή της πληθυσμιακής αύξησης– καλύπτουν άθελά τους μια πιο θεμελιώδη κρίση στην κατάσταση του ανθρώπου, που δεν είναι αποκλειστικά τεχνολογική ή ηθική αλλά προφανώς βαθειά κοινωνική;35

Ο Bookchin πιστεύει ότι οι απειλές περί σπάνης αποτελούσαν φόβητρο για τον κόσμο, ως δομικό στοιχείο του πρώιμου καπιταλιστικού συστήματος:
Ο βιομηχανικός καπιταλισμός της εποχής του Μαρξ οργάνωσε τις εμπορευματικές του σχέσεις γύρω από ένα κυρίαρχο σύστημα υλικής σπάνης· ο κρατικός καπιταλισμός της εποχής μας οργανώνει τις εμπορευματικές του σχέσεις γύρω από ένα κυρίαρχο σύστημα υλικής αφθονίας.36

Για τον Bookchin ένας από τους λόγους που προβάλλεται για την αναγκαιότητα του καπιταλισμού είναι το καρότο της αφθονίας, αλλά και το μαστίγιο της πείνας. Ωστόσο, παρατήρησε ότι η αφθονία έδωσε τη δυνατότητα στη Νέα Αριστερά να ασχοληθεί με άλλα ζητήματα, όπως ήταν η ελευθερία. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, χρησιμοποιώντας την ορολογία του Μαρξ, «"το βασίλειο της αναγκαιότητας" μπορούσε στην ουσία να αντικατασταθεί από το "βασίλειο της ελευθερίας".»37 Για τον Μαρξ, η τεχνολογία όφειλε να καθυποτάξει και να κατεργαστεί τη φύση, προκειμένου να καταφέρει ο άνθρωπος να δραπετεύσει από το «βασίλειο της αναγκαιότητας». Για τον Bookchin, η τεχνολογία μπορεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο:
Η ανάγκη για μια τεχνολογία που θα μπορεί να εκτοπίσει τους σύγχρονους φόβους περί σπανιότητας είναι σημαντικό να γίνει αναπόσπαστο τμήμα του επαναστατικού σχεδίου, δηλαδή μια τεχνολογία της μετά της σπανιότητας εποχής.38

Για την κοινωνική οικολογία λοιπόν, η λύση των βιοκαυσίμων θα μπορούσε να είναι μια πραγματικά απελευθερωτική τεχνολογία, ικανή να προσφέρει ένα μη ρυπογόνο προϊόν. Όπως είδαμε παραπάνω όμως, η τεχνολογία των βιοκαυσίμων, πέρα από τον γεωπολιτικό ρόλο που παίζει (για τον οποίο δεν είναι σκόπιμο να κάνουμε εκτενείς αναφορές εδώ), αναπτύσσεται εις βάρος στοιχειωδών ανθρώπινων αναγκών, καθιστώντας συνεπώς αυτό το μέσο ακατάλληλο να εκμεταλλευτεί στις παρούσες συνθήκες.

Σήμερα, η αποκαλούμενη «πράσινη τεχνολογία» είναι αυτή που προβάλλεται από τους τεχνοκράτες ως η πανάκεια για τη λύση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Την επίλυση αυτών των προβλημάτων έχουν αναλάβει οι κάθε λογής τεχνοκράτες και λομπίστες πολυεθνικών που στελεχώνουν ή περιτριγυρίζουν τα εθνικά υπουργεία περιβάλλοντος, τις επιτροπές περιβάλλοντος της ευρωπαϊκής ένωσης και των οικονομικά ισχυρών κρατών, και όχι μόνο, αφού και τα ανίσχυρα κράτη είναι έτοιμα να παραδώσουν τον φυσικό τους πλούτο στις ορέξεις του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για μια «αργόσχολη τάξη εκμεταλλευτών», σαν αυτή του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) που υπαινίσσεται ο Bookchin ότι θα αναλάμβανε τα ηνία της εξουσίας με την τεχνολογική απελευθέρωση των ρώσων μαρξιστών,39 αλλά για μια υπερδραστήρια τάξη τεχνοκρατών και πράσινων μάνατζερ. Η «πράσινη ανάπτυξη» παρουσιάζεται ως λύση σε όλα προβλήματα. Αυτή είναι όμως η πηγή του κακού: η πίεση για ανάπτυξη, για παραγωγή και κατανάλωση. Γι’ αυτό δεν περιορίζουμε τη βιομηχανία, αλλά βάζουμε φίλτρα στα φουγάρα, δεν μειώνουμε την κατανάλωση ενέργειας, αλλά επενδύουμε στην πράσινη ενέργεια, δεν μειώνουμε τις μετακινήσεις και τις άσκοπες μεταφορές προϊόντων, αλλά ψάχνουμε τεχνολογίες «οικολογικών» καυσίμων. Μάλιστα κάποιοι επισημαίνουν ότι παρατηρείται και το αποκαλούμενο «παράδοξο του Jevons», σύμφωνα με το οποίο η αποτελεσματικότερη χρήση της ενέργειας και των φυσικών πηγών που έχει επιτευχθεί δεν οδηγεί σε περιορισμό, αλλά σε μεγαλύτερη οικονομική μεγέθυνση ασκώντας έτσι μεγαλύτερη πίεση στο περιβάλλον.40 Τίποτα δεν κινείται πραγματικά προς το «οικολογικότερο», εκτός από το κεφάλαιο, που έχει ανακαλύψει ότι εκεί –στο «πράσινο»– βρίσκονται πλέον οι πιο επικερδείς επιχειρήσεις.

Είναι πλέον αναντίρρητο ότι ο υπερπληθυσμός και η ενδεχόμενη σπάνη των τροφίμων αποτελούν σήμερα δύο σημαντικά «περιβαλλοντικά προβλήματα». Και εδώ ο Bookchin αποδείχτηκε περισσότερο ορθόδοξος σοσιαλιστής απ’ ότι χρειαζόταν, αρνούμενος να δεχτεί ότι μπορεί να είναι πραγματικά αυτά τα προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι σημαντικά εγχειρίδια περιβαλλοντικών επιστημών τον διαψεύδουν, καταγράφοντας τόσο το ζήτημα του υπερπληθυσμού, όσο και της σπάνης ως «προβλήματα»· τις περισσότερες φορές μάλιστα αυτά τα ζητήματα αποτελούν αυτούσια κεφάλαια.41

Τα περιβαλλοντικά προβλήματα φαντάζουν σήμερα σαν τη Λερναία Ύδρα, αφού προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε ένα, προκαλούμε άλλα δύο. Προσπαθώντας να κόψουμε το κεφάλι του φαινομένου του θερμοκηπίου, ξεφύτρωσαν τα κεφάλια της πείνας και της οργής. Διότι οι πεινασμένοι, είναι και οργισμένοι, κι έτσι εδώ επιβεβαιώνεται ο Bookchin που υποστήριζε ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι κατά βάση πολιτικά προβλήματα, και αν θέλουμε να λύσουμε τα περιβαλλοντικά, αυτό θα το καταφέρουμε μόνο μέσα από την επίλυση των πολιτικών προβλημάτων.42 Γι’ αυτό και δικαίως καυτηριάζει πολλές φορές τον μονόπλευρο χαρακτήρα της επιστήμης της οικολογίας. Αν αφαιρεθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της οικολογίας, υποστηρίζει ο Bookchin, τότε δε θα είναι τίποτε άλλο από μια απάνθρωπη επιστήμη.43 Κι αν ο Bookchin υποτίμησε ως ένα βαθμό τη λεγόμενη «πληθυσμιακή βόμβα», είχε απόλυτο δίκιο όταν τόνιζε ότι τόσο το ζήτημα του υπερπληθυσμού, όσο και αυτά της υπερθέρμανσης, της πείνας και της ενέργειας, είναι στη βάση τους βαθειά πολιτικά προβλήματα. Και η επίλυση μπορεί να είναι μόνο πολιτική, και όχι «επιστημονική», που σημαίνει ότι, δε θα μπορέσει ποτέ η επιστήμη από μόνη της – δίχως να το θελήσει η κοινωνία, και όχι η εκάστοτε οικονομική και πολιτική ελίτ– να προσφέρει εκείνες τις λύσεις που χρειαζόμαστε για να κάνουμε την κοινωνία οικολογική.


Ευχαριστίες

Χρωστώ ευχαριστίες στον Brian Tokar για το σχετικό υλικό που μου προμήθευσε, όπως επίσης, στην Ελίζα Κολοβού και τον Αλέκο Γεωργόπουλο για τα χρήσιμα σχόλια που έκαναν στην πρώτη εκδοχή αυτού του άρθρου.




1 Για μια ιστορική παρουσίαση του πεδίου της ηθικής της τροφής βλέπε: Zwart, Η. (2000). “A Short History of Food Ethics”. Journal of Agricultural and Environmental Ethics. Vol. 12, pp. 113-126.

2 Runge, C., Senauer, B., (2007, May/June). “How biofuels could starve the poor”. Foreign Affairs. Vol. 86, pp. 41-53.

3 Brown, L. (February 2006). “How Food and Fuel Compete for Land”. The Globalist, 01.

4 Runge, C., Senauer, B. “How biofuels could starve the poor”. ibid.

5 Rice, T. (January 2010). Meals per gallon: The impact of industrial biofuels on people and global hunger. London: Action Aid, 2010, pp. 2-3.

6 World Hunger Series 2007. Hunger and Health. Rome: United Nations, pp. 82-83.

7 The State of Food and Agriculture (2008). Rome: Food and Agriculture Organization of the United Nations.

8 Spring, Ú. O. (2009). “Food as a New Human and Livelihood Security Challenge”, in: Brauch H. G., Grin, J. Mesjasz C., Kameri-Mbote P., Spring, Ú.O. (eds.), Facing Global Environmental Change: Environmental, Human, Energy, Food, Health and Water Security Concepts. Berlin: Springer, p. 473.

9 Partzsch, L. and Hughes, S. (2010). “Food Versus Fuel: Governance Potential for Water Rivalry”, In: Gottwald, F.-T., Ingensiep, H. W., Meinhardt, M. (eds.), Food Ethics. New York: Springer, p. 154.

10 Runge, C., Senauer, B., ibid.

11 Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όρος food riot, τον οποίον αποδίδω εδώ ως «ταραχές για φαγητό» δεν έχει ακόμα μια καθιερωμένη ελληνική μετάφραση. Είναι πολύ πιθανό ότι λόγω της αυξανόμενης οικονομικής πίεσης που ασκείται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα από διάφορους πιστωτικούς οργανισμούς, διεθνείς φορείς και ιδιωτικά κεφάλαια, καθώς και από την συνεχώς αυξανόμενη ανεργία (η οποία σήμερα είναι κάτω από το 20%, αλλά βάσει της Στατιστικής Υπηρεσίας και του ΟΑΕΔ το 2012 ο αριθμός των ανέργων αναμένεται να ξεπεράσει το ποσό 1.200.000, δηλαδή να φτάσει περίπου το 20-22% του συνολικού πληθυσμού) θα βρεθεί το ελληνικό αντίστοιχο από τους δημοσιογράφους και όχι από την επιστημονική κοινότητα, αφού θα δούμε αυτές τις εικόνες και εδώ. Αυτή τη στιγμή μάλιστα που γράφεται το άρθρο (καλοκαίρι του 2011) μαίνονται σφοδρές ταραχές στο Λονδίνο με αφορμή τη δολοφονία ενός νεαρού από την αστυνομία. Ωστόσο οι ταραχές μέσα σε μια μέρα εξελίχτηκαν σε ένα φοβερό πλιάτσικο. Οι εξαθλιωμένοι ανήλικοι έφηβοι των υποβαθμισμένων περιοχών του Λονδίνου –και όχι μόνο– λεηλατούν εδώ και μέρες μαγαζιά αρπάζοντας όχι μονάχα τρόφιμα, αλλά και συσκευές ήχου, τηλεοράσεις, ακριβά ρούχα. Αυτά δηλαδή τα αγαθά που τους προωθούν ως απαραίτητα, αλλά οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν μπορούν να αγοράσουν.

12 Tokar, B. (2010). Toward Climate Justice, Perspectives on the Climate Crisis and Social Change. Porsgrunn: Communalism Press, p. 29.

13 Tokar, B. (2010). “Biofuels and the Global Food Crisis”. In: Magdoff, F. and Tokar, B. (eds). Agriculture and Food in Crisis, New York: Monthly Review Press.

14 Jungbluth, R., Rohwetter, M.(2007). Wassermangel. Raubbau am kostbarsten Gut. In: Die Zeit 15: 25. Αναφέρεται στο Partzsch, L. and Hughes, S. (2010). ibid, p. 154.

15 Για όσους/ες ενδιαφέρονται τα στοιχεία αυτά είναι στη διάθεση του συγγραφέα.

16 Katz, S. H. (February 2008). “Food to fuel and the world food crisis”. Anthropology Today, Vol. 24 No 1, pp. 1-3.

17 Tokar, B. (2010). “Biofuels and the Global Food Crisis”. Ibid.

18 Sandøe, P., Madsen, K.H.(2007), “Agricultural and Food Ethics in the Western World: A case of Ethical Imperialism?”. In: Pinstrup-Andersen, P., Sandøe, P. (eds.), Ethics, Hunger and Globalization, In Search of Appropriate Policies. Dordrecht: Springer, p. 203.

19 Γεωργόπουλος, Α. (1996). Γη, Ένας μικρός και εύθραυστος πλανήτης. Αθήνα: Gutenberg, p. 367.

20 Armostrong, S. (November 26, 1988). “Marooned in a Mountain of Manure”, New Scientist, Vol. 120, No 1640, pp. 51-55. Αναφέρεται στο Singer, P. (2010). Η Απελευθέρωση των Ζώων. Θεσσαλονίκη: Αντιγόνη, p. 278.

21 Food and Agriculture Organization of the United Nations (FAO). (2006). Livestock’s long shadow: Environmental issues and options, p. 112.

22 Miller, G.T. (2009). Βιώνοντας στο περιβάλλον II : Προβλήματα περιβαλλοντικών συστημάτων. Αθήνα: Ίων, p. 103.

23 Food and Agriculture Organization of the United Nations (FAO). (2006b). Livestock a major threat to Environment, pp. 88-89.

24 (FAO). (2006). Livestock’s long shadow. p. xxi. 25 Γεωργόπουλος, p. 367.

26 Singer, P. (2010). Η Απελευθέρωση των Ζώων. Θεσσαλονίκη: Αντιγόνη, p. 35.

27 Singer, p. 280.

28 Ilea R.C. (2009). “Intensive Livestock Farming: Global Trends, Increased Environmental Concerns, and Ethical Solutions”. Journal of Agricultural and Environmental Ethics, Vol. 22, pp. 153–167.

29 Stehfest, E., Bouwman, L., van Vuuren, D.P., den Elzen, M.G.J., Eickhout, B. Kabat, P. (2009). “Climate benefits of changing diet”. Climatic Change, Vol. 95, pp. 83–102.

30 Αυτές και άλλες τεχνικές αναφέρονται ως λύση στο Nusbaum, N.J. (2010). “Dairy Livestock Methane Remediation and Global Warming”, Journal of Community Health, Vol. 35, pp. 500–502.

31 Μαρξ, Κ. (2002). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, p. 638 (υποσημείωση 75).

32 Ο Godwin ανταπάντησε με το Of Population. An Enquiry concerning the Power of Increase in the Numbers of Mankind (1820).

33 Bookchin, M. (1997). Ο Μύθος του Υπερπληθυσμού. μτφρ. Σπύρος Κοτρώτσιος. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.

34 Bookchin, M. (1997). Ο Μύθος του Υπερπληθυσμού. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, pp. 13-14.

35 Bookchin, M. (1994). Προς μια Οικολογική Κοινωνία. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, p. 66.

36 Bookchin, M. (1986). “Post-Scarcity Anarchism”. In: Bookchin, M. Post-Scarcity Anarchism, Montreal-New York: Black Rose Books, p. 59.

37 Bookchin, M. (1993). Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία. Αθήνα: Εξάντας, p. 206.

38 Bookchin, M. (1993). Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία. p. 198.

39 Bookchin, M. (1999). Προς μια Απελευθερωτική Τεχνολογία. Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη, pp. 10- 11.

40 Foster, J.B., Clark, B., York, R. (November 2010). “Capitalism and the Curse of Energy Efficiency”. Monthly Review, Vol. 62, No. 6, pp. 1-12.

41 Βλέπε ενδεικτικά τα εγχειρίδια: McKinney, M.L., Schoch, R.M. (2007). Environmental Science: Systems and Solutions, Massachusetts: Jones and Bartlett Publishers, Miller, G.T., Spoolman, S. (2007). Environmental Science: Principles, Connections and Solutions, California: Brooks Cole, Γεωργόπουλος, ibid.

42 Bookchin, M. (1993). ibid, p. 57.

43 Bookchin, M. (1997). ibid, p. 37.

Ανακοίνωση της κατάληψης Villa Amalias

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012


Παρακάτω είναι η ανακοίνωση της κατάληψης Villa Amalias για τα σημερινά γεγονότα, ενώ η εικόνα είναι ενός πανό αλληλεγγύης από τη συγκέντρωση αλληλεγγύης.



Σήμερα 20-12-2012 η αστυνομία εισέβαλε στη Βίλλα Αμαλίας. Με πρόσχημα μια καταγγελία για διακίνηση ναρκωτικών, παρουσία εισαγγελέα, έγινε έρευνα. Τα ευρήματα ήταν αστεία. Παρ΄ όλα  αυτά ο Δένδιας δηλώνει πως από αυτά αποδεικνύεται ότι η Βίλλα υπήρξε κέντρο ανομίας για 22 χρόνια και επιτέλους ο νόμος,  με τη «γενναία πολιτική βούληση» του Σαμαρά, αποκαθίσταται.

Με ποια λογική ακροβασία μπορούν άδεια μπουκάλια μπύρας να χαρακτηριστούν «υλικά κατασκευής μολότοφ»;  Σ’ ένα χώρο που λειτουργεί συναυλιάδικο και καφενείο είναι παράλογο να υπάρχει μεγάλος αριθμός άδειων μπουκαλιών μπύρας; Τι θα πει «εύφλεκτο υλικό»; Μήπως μιλάνε για τα υγρά καθαρισμού της τυπογραφικής μηχανής  που λειτουργεί στην κατάληψη;

Να μιλήσουμε για τις αντιασφυξιογόνες μάσκες, που κάθε διαδηλωτής που σέβεται την υγεία του, οφείλει να διαθέτει.  Να πούμε για τα στοιχειώδη μέσα αυτοπροστασίας (δυναμιτάκια, σφεντόνες  κτλ) σ’ ένα χώρο που έχει επανειλημμένα δεχθεί επιθέσεις παρακρατικών συμμοριών (εμπρησμοί, μαχαιρώματα, ξυλοδαρμοί), με αποκορύφωμα το 2008 που ο τότε υπουργός δημοσίας τάξης Μαρκογιαννάκης επισκέφτηκε τους «κατοίκους» του Άγιου Παντελεήμονα και λίγα λεπτά μετά την αποχώρηση του δεχτήκαμε επίθεση...

Με πρόσχημα λοιπόν την έρευνα, επιχειρούν μια πάγια ονείρωξη τους: Την εισβολή σ’ ένα χώρο  που για αυτούς είναι ένα από τα χωροταξικά σύμβολα όλων όσων στέκονται εχθρικά, απέναντι σε ό,τι αντιπροσωπεύει την κυριαρχία, την επιβολή, την αποστείρωση, την αδιαφορία, την παραίτηση, την υποταγή. Σε αυτό έχουν δίκιο. Αυτοί είμαστε. Εμείς και οι χιλιάδες διαδηλωτές, αγωνιστές, καταληψίες, απεργοί, μαχητές των δρόμων. Είμαστε οι άστεγοι και οι ανέστιοι, οι πανκς και οι αλήτες, οι χορτοφάγοι και οι φεμινίστριες, οι ξενύχτηδες και οι εργάτες, οι πένητες και οι αδικημένοι, τα θύματα του ρατσισμού και οι εκδικητές του άδικου. Ο υπουργός μας χαρακτήρισε εστία ανομίας…
 
Και τώρα ας μιλήσουμε σοβαρά. Η Βίλλα Αμαλίας είναι μια πρόταση οργάνωσης,  που στον καιρό του μνημονιακού κανιβαλισμού έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Η επίθεση του κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας, προϋποθέτει την καταστροφή των όποιων δομών του. Η απαξίωση των εργατικών  κεκτημένων και των συνδικάτων, οι όποιες δομές αλληλεγγύης και ανυπακοής, τα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα είναι στο στόχαστρο. Η ακροδεξιά ατζέντα που έχει επικρατήσει από την αρχή της κρίσης,  ξεκίνησε με τις δηλώσεις περί υγειονομικής βόμβας του Λοβέρδου, ενάντια στους απεργούς πείνας της Υπατίας. Συνεχίστηκε με τη στοχοποίηση των μεταναστών (τείχος Έβρου, στρατόπεδα συγκέντρωσης, Ξένιος Ζευς), τη διαπόμπευση των εξαρτημένων οροθετικών, συνεπικουρούμενη από την ακροδεξιά βία ενάντια σε μετανάστες, ομοφυλόφιλους, μικροπωλητές. Ο βασανισμός των αντιφασιστών της μοτοπορείας στη ΓΑΔΑ, οι επιθέσεις στις καταλήψεις και η άγρια καταστολή οποιασδήποτε εργατικής ή κοινωνικής διεκδίκησης, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ο αντίπαλος έχει συγκροτήσει ένα συμπαγές μπλοκ, απέναντι στο οποίο οφείλουμε να αντισταθούμε.
 
Είμαστε εδώ και 22 χρόνια σε ένα κτήριο που είχαν εγκαταλείψει για δεκαετίες. Το συντηρούμε και του δίνουμε ζωή. Είμαστε μια κατάληψη που έχει πάντα τις πόρτες ανοιχτές σε ομάδες, άτομα και εγχειρήματα που προάγουν τον αντιεμπορευματικό πολιτισμό, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τους κοινωνικούς, αντιφασιστικούς  και ταξικούς αγώνες. Η Βίλλα Αμαλίας δίνει μια σοβαρή μάχη για να προστατέψει όχι δέκα ντουβάρια, αλλά τις επιθυμίες τα όνειρα και τις ελπίδες για μια ζωή πιο ελεύθερη για όλους.
 
Καλούμε όλους όσους βρίσκουν κομμάτι του εαυτού τους στην πολύχρονη λειτουργία της κατάληψης να δώσουν μαζί μας αυτήν την κρίσιμη μάχη.

Σε αυτό το μύλο οι δήμιοι-δον κιχώτες επιτίθενται ενώ στην πραγματικότητα κυνηγάνε ιδέες. Αυτές είναι οι ανομίες για αυτούς. Κυνηγάνε χίμαιρες  θα εισπράξουν εφιάλτες.

ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΙΩΝ ΤΗΣ ΒΙΛΛΑ ΑΜΑΛΙΑΣ


Η ακόλουθη μπροσούρα γράφτηκε από την Συνέλευση για την Αντισπισιστική Δράση σαν εισήγηση για την εκδήλωση-συζήτηση που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα στις 3 Δεκεμβρίου στην κατάληψη Σκαραμαγκά. 


Ακούσαμε ουρλιαχτά, του John Zerzan

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012


Πηγή: Contra Info



Ας υποθέσουμε πως δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει ξαναγίνει, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλών ανθρωποκτονιών. Αυτό όμως φαίνεται να ’ναι σύγχρονο φαινόμενο, που συνηθίζεται τώρα δα.

Το 1966 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τα φονικά ξεσπάσματα, ένα έτος απότομης εκδήλωσης τέτοιων γεγονότων μπροστά από την εποχή του. Παρ’ ότι ο Τσαρλς Στάρκγουεδερ (Charles Starkweather) σκότωσε έντεκα άτομα στη Νεμπράσκα και στο Ουαϊόμινγκ το 1958, το ’66 ήταν το έτος που εισήγαγε τα μελλούμενα.

Εκείνη τη χρονιά ο Ρίτσαρντ Σπεκ (Richard Speck) μαχαίρωσε οκτώ εκπαιδευόμενες νοσηλεύτριες μέχρι θανάτου στον κοιτώνα τους στο Σικάγο. Την ίδια χρονιά ο Τσαρλς Ουίτμαν (Charles Whitman) άφησε πίσω του ένα σημείωμα αυτοκτονίας, σκαρφάλωσε ψηλά σ’ έναν ουρανοξύστη, στο λεγόμενο Τάουερ του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν, και σκότωσε διά πυροβολισμών δεκατέσσερα άτομα.

Ύστερα από μια σχετική νηνεμία λίγων ετών, το 1983 οι πολλαπλοί πυροβολισμοί από χέρια υπαλλήλων της ταχυδρομικής υπηρεσίας των ΗΠΑ παρήγαγαν στην αμερικανική αργκό τη φράση «τα παίρνω ταχυδρομικά». Από τότε σημειώθηκαν 35 ανθρωποκτονίες σε έντεκα περιστατικά όπου εμπλέκονταν ταχυδρομικοί υπάλληλοι. Στο σταδιακά αυξανόμενο αριθμό φονικών σε χώρους εργασίας προστέθηκαν επίσης οι πυροβολισμοί σε γραφεία ημερησίων συναλλαγών στην Ατλάντα το 1999, με απολογισμό δεκατρείς νεκρούς.

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 που ο όρος «σχολικό μακελειό» απέκτησε μια κοινή χρήση. Στο Σπρίνγκφηλντ του Όρεγκον το 1998 ο Κιπ Κίνκελ (Kip Kinkel) σκότωσε με τουφέκι τους γονείς του και στη συνέχεια άνοιξε πυρ εναντίον 24 συμμαθητών του στο γυμνάσιο-λύκειο του Θέρστον, τραυματίζοντας δύο εξ αυτών θανάσιμα. Πιο γνωστό είναι το συμβάν του 1999, όπου δύο αγόρια στο λύκειο του Κόλουμπαϊν κοντά στο Ντένβερ επέβαλαν φόρο αίματος δεκαπέντε ατόμων (συμπεριλαμβανομένων των ίδιων). Ακολούθησαν αρκετές ακόμη φονικές επιδρομές σε σχολεία, όπως και πυροβολισμοί σε εμπορικά κέντρα – για παράδειγμα, οι εννέα νεκροί σε εμπορικό κέντρο της Ομάχα στη Νεμπράσκα το 2007. Συνολικά 33 σκοτώθηκαν στο πολυτεχνείο της Βιρτζίνια το 2007, ενώ δώδεκα ήταν οι νεκροί απ’ την ένοπλη επίθεση στη στρατιωτική βάση του Φορτ Χουντ στο Τέξας το 2009, και παρόμοια περιστατικά εξακολούθησαν, σαν την πρόσφατη φρίκη που σκόρπισε ο αποκαλούμενος «Τζόκερ» στην προβολή της ταινίας του Μπάτμαν σε προάστιο του Ντένβερ στο Κολοράντο το καλοκαίρι του 2012, και μόλις αυτόν το μήνα (Δεκέμβρη του ’12) ήρθε η καταμέτρηση νεκρών σε δημοτικό σχολείο του Κοννέκτικατ.

Μία ακόμα πιο φρικιαστική τάση των τελευταίων ετών περιλαμβάνει οικογενειακές σφαγές από ένα γονέα.

Και η σιωπή σχετικά με τα –χρόνια πλέον– θανατερά ξεσπάσματα μιλάει εκκωφαντικά. Η παθολογία είναι πολύ κοντά στο ζήτημα της ίδιας της φύσης της σύγχρονης μαζικής κοινωνίας. Παρεμπιπτόντως, στοιχεία των ΗΠΑ ολοένα και επαναλαμβάνονται σε άλλες ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες. Προφανώς, όσο πιο τεχνολογική είναι η κοινωνία, τόσο πιο πιθανό είναι να γίνει μακελειό. Και τούτο γενικά προσπερνά τις πολιτισμικές διαφορές, υπογραμμίζοντας τη σημασία του τεχνολογικού παράγοντα.

Δεν μπορεί να λεχθεί πως η τεχνολογία είναι ο μόνος παράγοντας, ωστόσο σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με ό,τι πιστεύω πως αποτελεί τη ρεαλιστική πραγματικότητα πίσω απ’ αυτά τα φονικά, τα οποία ξεσπούν σχεδόν σε καθημερινή βάση: την εξαφάνιση της κοινότητας – της πρόσωπο με πρόσωπο κοινότητας. Όταν η κοινότητα έχει χαθεί, ή έχει περίπου εκλείψει, οτιδήποτε μπορεί να συμβεί – και οτιδήποτε πράγματι συμβαίνει.

Καθώς η κοινότητα κοντεύει να επέλθει σε σημείο αφανισμού, οι κοινωνικοί δεσμοί και η ανθρώπινη αλληλεγγύη ασφαλώς χάνονται. Μηδενιστικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των εν λόγω πυροβολισμών, είναι τα συμπτώματα της απομονωτικής κενότητας εντός της μαζικής κοινωνίας. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι;

Το αντίδοτο βρίσκεται στην εξεύρεση μιας βάσης για την ανανέωση της κοινότητας: στην απομάκρυνση από την τεχνοκρατούμενη έρημο μιας όλο και πιο μαζικοποιημένης και διασπαρμένης κοινωνίας. Δεν πρέπει να σκοντάψουμε επάνω σε ό,τι περνιέται για πολιτικός διάλογος, ένας λόγος που δεν απευθύνει σχεδόν τίποτα που να ’χει πραγματικό αποτέλεσμα. Το συνταρακτικό σκάνδαλο παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, κι έχει έρθει από καιρό η στιγμή να δούμε σε τι μετατρέπεται γοργά η κοινωνία και γιατί.

Πηγή πρωτότυπου: Anarchist News

Περνώντας από ένα σκλαβοπάζαρο

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012




Πριν αρχίσω την όποια αφήγηση, νομίζω πως πρέπει να σημειώσω το προφανές, ότι δηλαδή το περιεχόμενο της ανάρτησης αυτής έχει προσωπικό χαρακτήρα, διαφορετικό σε μεγάλο βαθμό από αυτόν που συνηθίζουμε να έχουμε ως ιστολόγιο μέχρι τώρα. Αυτό διότι η εμπειρία ήταν προσωπική, και τα συναισθήματα το ίδιο, και μου είναι πιο εύκολο να τα περιγράψω σε πρώτο πρόσωπο και με απλή γλώσσα, παρά σε τηλεγραφική/δημοσιογραφική/ιστολογιακή γλώσσα. Ελπίζω να μην ξενίσει πολύ το ύφος και ελπίζω να μπορέσω να εκφράσω ικανοποιητικά τα όσα σκέφτομαι και νιώθω.

Σήμερα το πρωί, λοιπόν, βρισκόμουν στο κέντρο της πόλης για δουλειές. Γύρω μου αρκετός κόσμος, κίνηση μπόλικη και φασαρία μεγάλη. Λογικό, αν σκεφτείς πως ήταν Σάββατο πρωί, με τα μαγαζιά ανοιχτά και τα χριστούγεννα που πλησιάζουν, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις διαθέσεις του περισσότερου κόσμου αυτή την περίοδο.

Γύρισα λίγη ώρα στο κέντρο, έκανα αυτά που έπρεπε να κάνω και ξεκίνησα να πηγαίνω προς το σπίτι. Κατά την επιστροφή μου βρέθηκα σε μια οδό σχετικά κεντρική, όπου βρίσκονται διάφορα μαγαζιά. Συνήθως δε δίνω προσοχή στα μαγαζιά και στις βιτρίνες τους, όμως οι κραυγές που άκουσα με έκαναν να γυρίσω το κεφάλι μου για να δω στην απενάντι πλευρά του δρόμου τι συμβαίνει.

Αυτό που είδα ήταν κλουβιά, κλουβιά, κλουβιά, κραυγές και έντονη κινητικότητα μέσα σε αυτά. Κατάλαβα πού βρισκόμουν: ήμουν απέναντι από ένα σκλαβοπάζαρο ή, όπως συνηθίζεται να το λένε, "pet shop". Πλησίασα για να δω καλύτερα.

Στο ένα κλουβί ήταν ένας παπαγάλος που έκραζε με ένα έντονο αίσθημα δυσαρέσκειας. Σε κάποια άλλα ήταν κάποια μικρότερα πουλιά, καναρίνια ίσως. Μερικά τιτίβιζαν και πετούσαν μέσα στο λιγοστό χώρο του κλουβιού, ενώ άλλα κάθονταν κουρνιασμένα και κοιτούσαν τα κάγκελα γύρω τους. Λίγο πιο δίπλα ήταν κάποια κουνέλια, καθισμένα κοντά-κοντά το ένα με το άλλο για να ζεσταθούν όσο μπορέσουν. Ένα από αυτά όπως το κοίταζα με κοίταξε, και η λύπη που ένιωσα μέσα από τα μάτια του δεν περιγράφεται. Δεν ξέρω αν ήταν ιδέα μου ή αν ήταν η δική μου λύπη που καθρεφτίστηκε σ' αυτά.

Έπειτα το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε κάποια φυλακισμένα σκιουράκια πιο δίπλα. Τα περισσότερα από αυτά καθόντουσαν κουλουριασμένα στις γωνίες για να την παλέψουν με τόσο κρύο, όπως και τα κουνέλια παραδίπλα. Δύο έτρεμαν πολύ και το ένα σήκωνε πού και πού το κεφάλι του για να δει γύρω του. Ξαφνικά ακούστηκε ένας συναγερμός αυτοκινήτου και κόρνες από τον δρόμο, που τρόμαξαν το μικρό τόσο, που «πάγωσε» και κατέβασε τα αυτιά του. Ταράχτηκα κι εγώ μαζί του.

Εκεί που η καρδιά μου σφίχτηκε πιο πολύ, όμως, ήταν όταν παρατήρησα ένα άλλο σκιουράκι που ήταν κλεισμένο στο ίδιο κλουβί. Το σκιουράκι αυτό ήταν υπεύθυνο για την κινητικότητα που μου τράβηξε την προσοχή σε πρώτη φάση: ήταν κρεμασμένο προς το πάνω μέρος του κλουβιού και πήγαινε από τη μια άκρη στην άλλη, πολύ γρήγορα, ξεκάθαρα νευρικά, και χωρίς σταματημό. Όση ώρα κάθισα εκεί, δε σταμάτησε ούτε λεπτό, παρά μόνο για να κατέβει λίγο και να φάει βιαστικά λίγη τροφή από ένα μπολάκι που τους είχε βάλει ο «φιλεύσπλαχνος» δουλέμπορος που είχε το μαγαζί.

Σκεφτόμουν πώς να αισθάνεται αυτός ο σκίουρος που 'ναι φυλακισμένος και περιορισμένος σε τόσο λίγο χώρο ενώ είναι πολύ ζωηρός, που βρίσκεται μακριά από το σπίτι του και τα δέντρα ή τα μικρά λαγούμια που θα τον φιλοξενούσαν, μακριά από τον φρέσκο αέρα και την φυσική ηρεμία που θα 'χε εκεί. Πώς να βιώνει τον εγκλεισμό και την εκμετάλλευσή του; Την αντικειμενοποίησή του και το γεγονός ότι του συμπεριφέρονται ως εμπόρευμα ή ως παιχνίδι για διασκέδαση;

Και δεν είναι μόνο ο σκίουρος αυτός, αλλά και τα υπόλοιπα σκιουράκια, και ο παπαγάλος, και τα κουνέλια, και τα καναρίνια, και τα κουτάβια που ήταν στη βιτρίνα και γυρνούσαν γύρω από τον εαυτό τους μπερδεμένα, και τα μικρά γατάκια, και όλα τα υπόλοιπα ζώα που ήταν φυλακισμένα μέσα στο μαγαζί.

Ξέρω πως δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το πώς νιώθουν (θυμάμαι που το λέει και ο Νάγκελ κάπου, αν δεν κάνω λάθος) αλλά ακριβώς αυτή η έλλειψη βεβαιότητας είναι που πρέπει να συνηγορεί υπέρ τους, μαζί με τα στοιχεία που μας δείχνουν ότι για κάθε ζώο η ελευθερία και η αυτοδιάθεση είναι πολύτιμες. Τι σκατά, ποιος θέλει να ζει φυλακισμένος σε ένα κλουβί παρά ελεύθερος στο φυσικό του σπίτι;

Στεκόμουν ακίνητος για κάμποση ώρα ακόμη, πριν πάρω την απόφαση να φύγω. Στο μυαλό μου έψαχνα να δω τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω αυτά τα πλάσματα, να βγουν από το μαρτύριο που είναι. Σκέφτηκα για μια στιγμή να αγόραζα κάποιο, αλλά αυτή η σκέψη απορρίφθηκε κατευθείαν. Μπορεί να έσωζα κάποιο από αυτά προσωρινά, όμως ούτε τα λίγα χρήματα που έχω αρκούν για να σωθούν όλα, ούτε και έτσι θα σωθούν όλα.

Γιατί απ' τη μια θα τον στηρίξω οικονομικά τον καριόλη τον δουλέμπορο, μα και όλη τη σάπια βιομηχανία εκμετάλλευσης από πίσω του, οπότε θα διαιωνιστεί και θα ενισχυθεί η κατάσταση. Οικονομικά, δηλαδή, θα μεταφραστεί το ίδιο η κίνησή μου αυτή με την κίνηση των «φιλόζωων», που αγοράζουν «ένα σκυλί για να το πάνε δώρο τώρα τις γιορτές» ή επειδή «τους πέθανε το προηγούμενο». Ε, δεν.

Από την άλλη, πού ακούστηκε να έχει παρτίδες κανείς με τον εκμεταλλευτή, για οποιονδήποτε λόγο, προκειμένου να σώσει τους εκμεταλλευόμενους; Δεν υπάρχει περίπτωση να πειστεί να τους ελευθερώσει από την καλή του την καρδιά, αφού οι μόνες γλώσσες που ξέρει να μιλάει είναι του χρήματος και της καταπίεσης, της βίας.

Σιχτίριζα κι άλλο από μέσα μου καθώς απομακρυνόμουν. Ένιωθα σύγχυση και οργή που δε μπορούσα να κάνω κάτι άμεσα. Αλλά σύντομα η οργή αυτή έγινε πείσμα, και μ' έκανε να καταλάβω για ακόμα μια φορά γιατί πρέπει να συνεχίσουμε να παλεύουμε, κάθε μέρα, κάθε ώρα. Να παλεύουμε και να αγωνιζόμαστε για το τέλος της εκμετάλλευσης των άλλων ζώων, για το τέλος της δικής μας εκμετάλλευσης από τ' αφεντικά και τους λοιπούς εξουσιαστές, για το τέλος της καταστροφής της μάνας φύσης.

Μ' έκανε να καταλάβω, βασικά, την ανάγκη συγκρότησης ενός κινήματος τέτοιου, που να μπορεί να δίνει και άμεσες λύσεις σε τέτοιες καταστάσεις όπως τη σημερινή, και μακροπρόθεσμες μέσω της συνολικής του πάλης και προσπάθειας. Που θα χρησιμοποιεί κάθε απαραίτητο και διαθέσιμο μέσο, ναι, κάθε μέσο, και δε θα μασάει τα λόγια του. Που θα μιλάει για ολική απελευθέρωση και θα το εννοεί. Γιατί έχουμε πόλεμο, και χάνουμε.

Χάνουμε, δυστυχώς, μα συνεχίζουμε να παλεύουμε ρε φίλε, το έδειξε κι ο κόσμος που κατέβηκε το περασμένο Σάββατο στην πορεία ενάντια στη βιομηχανία γούνας. Το δείχνει κι ο κόσμος που κατεβαίνει τόσα χρόνια στις απεργιακές πορείες και αγωνίζεται στους χώρους που δουλεύει, που κατοικεί, που κινείται.

Αυτά σκεφτόμουν και αναθάρρησα λίγο καθώς επέστρεφα στο δικό μου κουτί απ' το μεγαλύτερο γκρίζο κουτί από μπετόν, που ονομάζω σπίτι μου. Και αποφάσισα να κάτσω και να γράψω τη σημερινή μου εμπειρία όχι για να ξεθυμάνω, αλλά για να υπάρχει κάπου και να θυμίζει, τόσο σε μένα, όσο και σε αρκετούς άλλους και άλλες φαντάζομαι, πως πρέπει να συνεχίσουμε να παλεύουμε μέχρι να ελευθερωθεί κι ο τελευταίος σκλάβος, άνθρωπος και μη.

-ένας εκ των διαχειριστών του ιστολογίου


Στο παρακάτω κείμενο ο Σ. Καραγεωργάκης (που διατηρεί τον πολύ χρήσιμο και αξιόλογο ιστότοπο «Περιβαλλοντική Φιλοσοφία» και εκτός των άλλων έχει επιμεληθεί βιβλία όπως το «Ζώα και Ηθική») παρουσιάζει με συντομία τη ζωή και το έργο του Μάρεϊ Μπούκτσιν, όπως επίσης και οι σημαντικότερες προσπάθειες για τη διάδοση της θεωρίας του, δηλαδή της κοινωνικής οικολογίας. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο 14ο τεύχος του περιοδικού «Ευτοπία» το Φλεβάρη του 2007, ενώ υπάρχει και online ως αρχείο προς κατέβασμα. Στο τέλος του περιλαμβάνει και μια εκτενή αναφορά των διαθέσιμων στην ελληνική γλώσσα έργων του Μπούκτσιν, την οποία παραλείπουμε για χάρην χώρου και έκτασης.

Να σημειώσουμε πως το αναδημοσιεύουμε στα πλαίσια του διαβάσματος διαφόρων έργων του Μπούκτσιν και της παράθεσης αποσπασμάτων του το περασμένο διάστημα (π.χ.  «Αποσπάσματα από το "Ιστορία, Πολιτισμός και Πρόοδος" του Μ. Μπούκτσιν»), ώστε να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της σύνολης φιλοσοφίας του. Προφανώς τα αποσπάσματα αυτά δεν υποκαθιστούν το έργο ως όλον, και υπάρχει περίπτωση να παραποιούν αυτό που θέλει να πει ο Μπούκτσιν (και ο κάθε συγγραφέας γενικά) ανά φάσεις, εξαιτίας της αποσπασματικότητάς τους. Γι' αυτό είναι σημαντικό το κριτικό τους διάβασμα, μα και η προσφυγή στην ίδια την πηγή τους, το βασικό έργο.



Τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Ιουλίου 2006 πέθανε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν (Murray Bookchin) σε ηλικία 85 ετών. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της κόρης του στα τοπικά μέσα ενημέρωσης του Βερμόντ (Vermont) των Η.Π.Α. πέθανε από ανακοπή καρδιάς στο σπίτι του στο Μπέρλιγκτον (Burlington) του Βερμόντ.


Βιογραφικά στοιχεία

Ο Μπούκτσιν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1921 από γονείς Ρώσους-εβραίους μετανάστες. Η γιαγιά του, από την πλευρά της μητέρας του, φρόντισε από πολύ νωρίς να εμποτίσει τον μικρό Μάρεϊ με τις ελευθεριακές ιδέες, αφού η ίδια συμμετείχε παλιότερα σε ένα κίνημα που εκδηλώθηκε στην τσαρική Ρωσία. Ο Μπούκτσιν κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929-32, και ενώ ήταν μόλις 9 ετών, οργανώθηκε στην κομμουνιστική νεολαία, αλλά το 1939 μετά το σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ (1939) μεταξύ Σοβιετικών και Ναζί διεγράφη λόγω αναρχοτροτσκιστικών αποκλίσεων. Εντωμεταξύ, είχε δηλώσει εθελοντής για το μέτωπο του ισπανικού εμφυλίου, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Αργότερα, πέρασε στον τροτσκισμό από τον οποίο γρήγορα απογοητεύτηκε. Υπήρξε εργάτης σε χυτήριο του Νιου Τζέρσεϋ, ενώ ως εργάτης σε αυτοκινητοβιομηχανία κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας της Τζένεραλ Μότορς, υιοθέτησε την αντιεξουσιαστική σκέψη. Δημοσίευσε δεκάδες βιβλία, δίδαξε στα «ελεύθερα πανεπιστήμια» της Νέας Υόρκης, στο Στάτεν Άιλαντ (City College University System) και έγινε τακτικός καθηγητής στο Νιου Τζέρσεϋ (Ramapo College). Επίσης, υπήρξε συνιδρυτής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικολογίας (Institute for Social Ecology) στο Βερμόντ το οποίο διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του.1

Ο Μπούκτσιν, έπασχε χρόνια από σκλήρυνση κατά πλάκας, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει προβλήματα κίνησης που συνεχώς επιδεινώνονταν. Τα τελευταία χρόνια μετακινούνταν με αναπηρικό καρότσι και ακολουθούσε βαριά φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο, η ασθένειά του δεν τον εμπόδιζε να δουλεύει ακατάπαυστα μέχρι το τέλος της ζωής του για την ολοκλήρωση του τετράτομου έργου του Η Τρίτη Επανάσταση (The Third Revolution). Τους τελευταίους εφτά μήνες της ζωής του είχε προβλήματα με την καρδιά του.


Η φιλοσοφία και η πολιτική σκέψη του Μπούκτσιν

Είναι δύσκολο να εξετάσει κανείς την πολιτική φιλοσοφία του Μπούκτσιν αξεδιάλυτα από τις γενικότερες φιλοσοφικές παραδοχές που κάνει. Γι' αυτό πρέπει, πριν αναφερθούμε στο πολιτικό σκέλος της θεωρίας του, να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο φιλοσοφικό πλαίσιο που αποδέχεται. Στο φιλοσοφικό πεδίο ο Μπούκτσιν εισηγήθηκε τον «διαλεκτικό νατουραλισμό». Η Janet Biehl, προσπαθώντας να περιγράψει τον διαλεκτικό νατουραλισμό έδωσε τον παρακάτω ορισμό:
«Ο διαλεκτικός νατουραλισμός είναι μια προσπάθεια να αντιληφθούμε τη φύση ως ένα αναπτυξιακό φαινόμενο, τόσο στο βασίλειο του οργανικού όσο και του κοινωνικού πεδίου. Όλα τα οργανικά φαινόμενα αλλάζουν, και ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι υφίστανται ανάπτυξη και διαφοροποίηση. Σχηματίζονται και ανασχηματίζονται, ενώ δραστικά διατηρούν την ταυτότητά τους μέχρις ότου να εκπληρώσουν τις δυνατότητές τους, εκτός και αν συμβεί κάποιο ατύχημα. Αλλά όσο βλέπουμε τον κόσμο μέσα από μια σύντομη επισκόπηση της εξέλιξής του, βρίσκεται επίσης σε ανάπτυξη, ο διαλεκτικός νατουραλισμός προσεγγίζει τον κόσμο ως μια ολότητα, μέσα από μια αναπτυξιακή προσέγγιση.»2
Τη βάση αυτής της θεωρίας αποτελεί η διαλεκτική αντίληψη για την πραγματικότητα. Ο Μπούκτσιν στηριζόμενος στην αναπτυξιακή φύση της πραγματικότητας δίνει μεγάλη βαρύτητα στη διαδικασία του γίγνεσθαι. Έτσι, διαχωρίζει την πρώτη φύση από τη δεύτερη φύση με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Η πρώτη φύση είναι η βιολογική φύση, οι μορφές ζωής στο σύνολό τους και η ανόργανη φύση. Στο πλαίσιο της διαλεκτικής του αντίληψης όμως βλέπει την πρώτη φύση όχι απλά ως το σύνολο των μορφών ζωής και των ανόργανων μερών, αλλά ως τη σωρευτική ανάπτυξη των παραπάνω. Η δεύτερη φύση δεν είναι τίποτε άλλο, από την πολιτιστική, κοινωνική και πολιτική φύση (χοντρικά η κοινωνία) που έχει απορροφήσει την πρώτη φύση.3 Η δεύτερη φύση όμως δεν αποτελεί την εξέλιξη της πρώτης φύσης, αφού η εξουσιαστική δομή της κοινωνίας δεν ικανοποιεί τον Μπούκτσιν ως ένα απόλυτο στάδιο εξέλιξης. Για τον λόγο αυτό μας παροτρύνει να υπερβούμε τη δεύτερη φύση και να οργανώσουμε ένα σύστημα κοινωνικής και οργανικής συμφιλίωσης, το οποίο θα είναι η τρίτη φύση που ονομάζει «ελεύθερη φύση».4 Η ελεύθερη φύση αποτελεί ουσιαστικά την ενοποίηση- με οικολογικό τρόπο- της πρώτης και της δεύτερης φύσης.5

Ο Μπούκτσιν ονόμασε τη θεωρία του στο σύνολό της «κοινωνική οικολογία». Η επιλογή του όρου αυτού έγινε στη λογική του ότι στην οικολογική σκέψη το σημαντικότερο στοιχείο πρέπει να είναι το κοινωνικό. Σε πολλά κείμενά του υποστήριξε τη θέση ότι «Η τάση του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στη φύση, είναι επακόλουθο της τάσης του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο».6 Σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο Μπούκτσιν πίστευε ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο προηγήθηκε της εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο. Η θέση αυτή είναι θεμελιώδης για την πολιτική που προασπιζόταν ο Μπούκτσιν στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, καθώς αναδεικνύει την ευθύνη της ιεραρχικής δομής της κοινωνίας για τα οικολογικά προβλήματα. Η αστική κοινωνία κατάφερε να στρέψει πρώτα τον άνθρωπο εναντίον του συνανθρώπου του και έπειτα εναντίον της φύσης. Στην ουσία πρόκειται για τη μεταφορά του ανταγωνισμού σε ένα άλλο επίπεδο.7 Αν αντιληφθούμε λοιπόν αυτή τη σχέση κοινωνίας- φύσης, τότε θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Αν θέλει ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει την οικολογική κρίση πρέπει πρώτα να επιλύσει τα κοινωνικά προβλήματα.

Αφού λοιπόν κατά τον Μπούκτσιν τα οικολογικά προβλήματα είναι κοινωνικά προβλήματα,8 πρέπει να φροντίσουμε για την επίλυσή τους μέσω της πολιτικής αλλαγής. Ο Μπούκτσιν, σε πολιτικό επίπεδο, υποστηρίζει τον ελευθεριακό κοινοτισμό (libertarian municipalism).9 Παραθέτουμε ορισμό του ελευθεριακού κοινοτισμού έτσι όπως τον αντιλαμβάνεται ο Μπούκτσιν:
«Ο ελευθεριακός κοινοτισμός είναι μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία. Οι πολιτικές και οι συγκεκριμένες αποφάσεις που έχουν να κάνουν με τη γεωργία και τη βιομηχανική παραγωγή θα πρέπει να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις- με την ιδιότητά τους ως πολιτών, όχι ως εργατών, αγροτών ή επαγγελματιών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση θα εναλλάσσονταν και οι ίδιοι στις παραγωγικές δραστηριότητές τους. (.) Αντί να εθνικοποιηθεί και να κολλεκτιβοποιηθεί η γη, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα κέντρα διανομής, μια οικολογική κοινότητα θα κοινοτικοποιήσει την οικονομία της και θα ενωθεί με άλλες κοινότητες ενσωματώνοντας τους πόρους της σε ένα περιφερειακό συνομοσπονδιακό σύστημα. Η γη, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια θα ελέγχονται από λαϊκές συνελεύσεις ελεύθερων κοινοτήτων, όχι από το κράτος- έθνος ή από τους εργάτες- παραγωγούς, που ενδέχεται κάλλιστα να αναπτύξουν ένα ιδιοκτησιακό συμφέρον μέσα σ' αυτά.»10
Με λίγα λόγια, ο Μπούκτσιν υποστήριζε μια αμεσοδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας, η οποία όμως θα αποτελείται από μικρές κοινότητες. Ο ίδιος αντλούσε τις πολιτικές θεωρητικές του παραδοχές από την αντιεξουσιαστική- αναρχική παράδοση. Το 1999 όμως, στην ηλικία των 79 ετών αποφάσισε να μη χρησιμοποιεί πλέον τον όρο «αναρχισμός» για τη θεωρία του, και υιοθέτησε τον «κομμουναλισμό» (communalism), δίχως όμως να φαίνεται μια τόσο σαφής ιδεολογική στροφή στη θεωρία του.11


Το Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας

Το Ινστιτούτο για την Κοινωνική Οικολογία (Institute for Social Ecology) ιδρύθηκε το 1974. Σκοπός του Ινστιτούτου είναι η διάδοση των αρχών της κοινωνικής οικολογίας έτσι όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τον Μπούκτσιν. Οι ιδρυτές του Ινστιτούτου ήταν ο ίδιος και ο ανθρωπολόγος Νταν Τσόντορκοφ (Daniel Chondorkoff).

Τα προηγούμενα χρόνια το Ινστιτούτο προσέφερε τη δυνατότητα για απόκτηση προπτυχιακού και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην κοινωνική οικολογία. Αυτό γινόταν μέσω της συνεργασίας του με το κολέγιο του Μπέρλιγκτον. Επίσης το Ινστιτούτο προσέφερε δυνατότητα για παρακολούθηση μαθημάτων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού (summer programs). Συγκεκριμένα περιλαμβάνονταν προγράμματα για οικολογικές κατασκευές και καλλιέργειες, θεωρία τεχνών και φυσικά ένα πρόγραμμα εισαγωγής στην φιλοσοφία του Bookchin. Στο παρελθόν έχουν διδάξει στο Ινστιτούτο ο Παύλος Σταυρόπουλος,12 η Janet Biehl,13 ο Brian Tokar,14 ο Matt Hern,15 η Cindy Milstein,16 η Chaia Heller,17 ο Peter Staudenmaier18 και πολλοί άλλοι.

Η φιλοσοφία του Ινστιτούτου στηρίζονταν στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας. Κάθε βδομάδα γίνονταν γενική συνέλευση στην οποία συμμετείχαν με ίση ψήφο οι φοιτητές και οι φοιτήτριες των προγραμμάτων, οι καθηγητές/τριες, ο κηπουρός, οι μάγειρες και οι γραμματείς του Ινστιτούτου. Επίσης, οι φοιτητές/τριες ήταν υποχρεωμένοι να αφιερώνουν εβδομαδιαίως συγκεκριμένο αριθμό ωρών εργασίας σε καθαριότητες, καλλιέργειες και κατασκευές στο χώρο του Ινστιτούτου (αυτό ίσχυε και για τους/τις φοιτητές/τριες που συμμετείχαν στα θεωρητικά προγράμματα).

Επίσης, στα μαθήματα κυριαρχούσαν οι αρχές της ελευθεριακής εκπαίδευσης. Εξετάσεις δεν υπήρχαν, η προσέλευση δεν ήταν υποχρεωτική ούτε και παράδοση εργασιών. Η αίθουσα των μαθημάτων δεν είχαν θρανία, παρά μόνο καρέκλες, και στο πάτωμα ένα χοντρό χαλί για να μπορούν να βολεύονται οι ακροατές κατά το δοκούν. Όταν ο καιρός το επέτρεπε το μάθημα γινόταν έξω στο γρασίδι, κάτω από τη σκιά των δέντρων. Τα τελευταία χρόνια δε, το Ινστιτούτο στεγάζονταν σε μία καταπράσινη πλαγιά που περιτριγυρίζονταν από λίμνες στις οποίες μπορούσε κανείς να κολυμπήσει και με λίγη τύχη να συναντήσει κάποιο ελάφι. Οι περισσότεροι/ες εκ των φοιτητών/τριων φιλοξενούνταν σε καλύβες, μέσα στο δάσος, τις οποίες είχαν κατασκευάσει παλιοί/ές φοιτητές/τριες του Ινστιτούτου.

Από πέρυσι, αν και τυπικά η λειτουργία του δεν έχει τερματιστεί, το Ινστιτούτο υπολειτουργεί. Για την ακρίβεια η φάρμα που στεγαζόταν το Ινστιτούτο πουλήθηκε και η βιβλιοθήκη του (6.000 τόμοι) μεταφέρθηκε στο κολέγιο του Μπέρλιγκτον. Παρ' όλα αυτά το Ινστιτούτο ανακοίνωσε ότι θα συνεχίζει να συνεργάζεται με το παραπάνω κολέγιο, όπως και με αυτό του Πρίσκοτ (Prescott) δίνοντας τη δυνατότητα για σπουδές. Το καλοκαίρι του 2006 το Ινστιτούτο έστειλε ανακοίνωση στους φίλους του η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής:
«Αυτό είναι το τέλος μιας εποχής για μας, και μια νέα αρχή για το Ινστιτούτο. Μετά από 31 χρόνια κατά τα οποία υλοποιούνταν προγράμματα στο χώρο του Ινστιτούτου, τόσο για πτυχιούχους, όσο και για μεταπτυχιακούς φοιτητές, τα ενεργά του μέλη έχουμε επαναεπιβεβαιώσει τις βασικές αρχές της κοινωνικής οικολογίας και έχουμε αρχίσει να διαμορφώνουμε τα σχέδιά μας για το μέλλον. Θα συνεχίσουμε την εκπαιδευτική μας αποστολή με στόχο την οικολογική κοινωνία. Επίσης θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε συναρπαστικούς νέους τρόπους για να φέρουμε την κοινωνική οικολογία στις τρέχουσες δημόσιες διαμάχες. Το Ινστιτούτο παραμένει πιστό στην κεντρική σημασία ενός αντιεξουσιαστικού, οικολογικού και ουτοπικού οράματος για τον καιρό μας. Επιζητούμε να υλοποιήσουμε την άμεση δημοκρατία στις κοινότητές μας και να θεμελιώσουμε την πρακτική μας εργασία σε ένα συνεκτικό σώμα από πολιτικές, οικολογικές και ηθικές αρχές.»


Το Πρόγραμμα για τον Κομμουναλισμό

Το 1998 ιδρύθηκε η ομάδα Demokratisk Alternativ (Εναλλακτική Δημοκρατία) από ελευθεριακούς σοσιαλιστές και κοινωνικούς οικολόγους της Βόρειας Ευρώπης. Σε διακήρυξη που εξέδωσε η ομάδα το 1998 και το 2000 υποστήριξε ότι ασπάζεται το πρόταγμα του κομμουναλισμού, ειδικά έτσι όπως διαμορφώθηκε από τον Μπούκτσιν. Η διακήρυξη αυτή κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση, στα νορβηγικά και τα αγγλικά.

Παράλληλα δημιουργήθηκε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό με το όνομα Κομμουναλισμός (Communalism).19 Μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού υπήρξε και ο ίδιος ο Μπούκτσιν. Στο περιοδικό αυτό μπορεί να βρει κανείς άρθρα για τον κομμουναλισμό στα αγγλικά και μεταφράσεις στα νορβηγικά, σουηδικά, ισπανικά, τουρκικά και λίαν συντόμως στα ελληνικά.

Το καλοκαίρι του 2006 το σκανδιναβικό Κέντρο για την Κοινωνική Οικολογία (Center for Social Ecology) οργάνωσε συνάντηση κομμουναλιστών σε φάρμα στο Τέλεμαρκ (Telemark) της Νορβηγίας που είχε διάρκεια 9 ημερών (28 Ιουλίου με 6 Αυγούστου). Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Φιλανδία, την Αγγλία, τη Χιλή και την Τουρκία.

Η συνάντηση είχε τον τίτλο Κοινωνική Οικολογία και Κομμουναλισμός και υπήρχαν τρεις άξονες για συζήτηση: κοινοτιστικές πολιτικές, οικολογικός σχεδιασμός και θεωρία της κοινωνικής οικολογίας. Η είδηση του θανάτου του Μπούκτσιν (που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνάντησης) έδωσε την ευκαιρία στους συμμετέχοντες να μιλήσουν περισσότερο για τον ίδιο και το έργο του. Οι διοργανωτές ανακοίνωσαν ότι η συνάντηση αυτή θα επαναληφθεί και τον επόμενο χρόνο (το καλοκαίρι του 2007).


Η σημασία του έργου του

Αν και θα χρειαστούν πολλά χρόνια για την αποτίμηση του έργου του Μπούκτσιν θα μπούμε στον πειρασμό να κάνουμε μερικά σύντομα σχόλια. Ο Μπούκτσιν ανανέωσε την αναμφίβολα φτωχή σκέψη της αντιεξουσιαστικής θεωρίας. Κατάφερε να μπολιάσει την πολιτική που πρέσβευε με την οικολογική σκέψη με πιο αποτελεσματικό τρόπο από αυτόν των μαρξιστών, προσφέροντας ζωή στον αναρχισμό που αργοπέθαινε λόγω της έλλειψης προοπτικών εξέλιξης. Αν και δεν έφερε κάποια κοινωνική αλλαγή, έστησε τα θεμέλια για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης του ελευθεριακού προτάγματος, δίνοντας ελπίδες για πραγματικές αλλαγές. Έτσι, ο αναρχισμός που δεν έτυχε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα επαρκούς θεωρητικής επεξεργασίας, μετά τον Μπούκτσιν, έγινε όχι μόνο γοητευτικός σε ένα ευρύτερο κοινό, αλλά και επίκαιρος. Αν οι αντιεξουσιαστές/ αναρχικοί φρόντιζαν να χρησιμοποιούν περισσότερο τα γραπτά του Μπούκτσιν από αυτά των κλασικών αναρχικών, σαν του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, ή από νεόκοπους, σαν του Ζέρζαν (John Zerzan), τότε πιθανότατα θα έκαναν ευρύτερα γνωστή και αποδεκτή τη θεωρία τους. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα θεώρησαν ότι είναι πιο χρήσιμο να προβάλλουν δημοφιλείς προσωπικότητες (Τσόμσκι) αντί για δημοφιλείς θεωρίες (κοινωνική οικολογία).

Είναι αναμφίβολο ότι η κοινωνική οικολογία μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη και την καλλιέργεια μιας πολιτικής-οικολογικής ηθικής. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει έρθουν κοντύτερα ακόμα και εκείνες οι τάσεις για τις οποίες ο Μπούκτσιν υποστήριζε ότι τις χωρίζει ένα αγεφύρωτο χάσμα.




1 Τα παραπάνω βιογραφικά στοιχεία αντλήθηκαν από το βιβλίο της Janet Biehl και του Murray Bookchin με τίτλο Murray Bookchin Reader (Black Rose Books, Montreal, 1998) και από τη μετάφραση που έκαναν οι Αλέκος Γεωργόπουλος και Μιχάλης Τρεμόπουλος στο Bookchin, Murray, Τι είναι Κοινωνική Οικολογία, Βιβλιοπέλαγος, μτφρ. Μάκης Κορακιανίτης, Αθήνα, 2000, σ. 113-117

2 Biehl, Janet, Rethinking Ecofeminist Politics, South and Press, Boston, 1991, σ. 117

3 Bookchin, "Ένας Φιλοσοφικός Νατουραλισμός", Κοινωνία και Φύση 2, Σεπτέμβριος- Δεκέμβριος 1992, σ. 99.

4 Bookchin, "Ένας Φιλοσοφικός Νατουραλισμός", ό.π., σ. 101

5 Bookchin, Murray, "Thinking Ecologically: A Dialectical Approach", στο Bookchin, Murray, Τhe Philosophy of Social Ecology, Essays on Dialectical Naturalism, Black Rose Books, Montreal- New York- London, 1996³, σ.σ. 133- 141

6 Bookchin, Murray, The Ecology of Freedom, The Emergence and Dissolution of Hierarchy, Black Rose Books, Montreal- New York, 19912, σ. 1, Bookchin, Murray, "Οικολογία και Επαναστατική Σκέψη", στο Bookchin, Murray, Η Οικολογία της Ελευθερίας, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1978, σ. 43. Πρέπει να τονίσουμε ότι η συλλογή κειμένων που εμφανίζεται με τον τίτλο Η Οικολογία της Ελευθερίας από τις εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη δεν αποτελεί μετάφραση του βασικού έργου του Bookchin The Ecology of Freedom, αλλά μια επιλογή άρθρων του.

7 Bookchin, Murray, "Οικολογία και Επαναστατική Σκέψη", ό.π., σ. 43

8 Bookchin, Murray, Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία, Εξάντας, Αθήνα, 1993, σ. 57

9 Για τη μετάφραση του όρου «municipalism» προτιμάται ο όρος «κοινοτισμός» από τον- μάλλον αδόκιμο- «δημοτικισμό» που παραπέμπει περισσότερο σε γλωσσικά ζητήματα. Ωστόσο ο όρος «κοινοτισμός» μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη μετάφραση του αγγλικού «communitarianism».

10 Bookchin, Murray, Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία, ό.π., σ.σ. 280-281

11 Για τη νέα αυτή εκδοχή βλέπε Bookchin, Murray, Το Πρόταγμα του Κομμουναλισμού, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2006. Οφείλουμε ωστόσο να σχολιάσουμε ότι ο/η αναγνώστης/στρια της συγκεκριμένης μετάφρασης είναι πιθανό να εντυπωσιαστεί από την έπαρση του μεταφραστή που φρόντισε να μας παραθέσει βιογραφικό του στο εσώφυλλο του βιβλίου σχεδόν ίσου μεγέθους με αυτό του Μπούκτσιν, και από την ανεξήγητη προσπάθειά του να συσκοτίσει το έργο του αμερικάνου στοχαστή, αφού σε επίδειξη λογιοσύνης φρόντισε να διανθίσει την εισαγωγή του βιβλίου με αμετάφραστα αρχαιοελληνικά και λατινικά χωρία.

12 Εκδότης του οίκου Aigis Publications και μέλος της διεθνούς συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού Δημοκρατία και Φύση.

13 Συγγραφέας (και σύντροφος του Μπούκτσιν) που έχει γράψει για την κοινωνική οικολογία και τον οικοφεμινισμό. Για παράδειγμα βλέπε το βιβλίο της: ThePoliticsofSocialEcology, LibertarianMunicipalism, Black Rose Books, Montreal- New York- London, 1998.

14 Συγγραφέας που ασχολείται κυρίως με τη βιοτεχνολογία. Βλέπε ενδεικτικά τα βιβλία του Earth for Sale και Green Alternative: Creating an Ecological Future.

15 Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων στα οποία ασχολείται με την ελευθεριακή εκπαίδευση. Ήταν ομιλητής σε εκδήλωση της Ευτοπίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 2005. Έχουν δημοσιευτεί δύο άρθρα του σε προηγούμενα τεύχη της Ευτοπίας.

16 Αναρχική αρθρογράφος και ακτιβίστρια.

17 Φεμινίστρια, συγγραφέας του βιβλίου: Ecology of Everyday Life, Rethinking the Desire for Nature, Black Rose Books, Montreal- New York- London, 1999.

18 Στα ελληνικά κυκλοφορεί κείμενό του στο Biehl, Janet & Staudenmaier, Peter, Οικοφασισμός, Μαθήματα από τη Γερμανική Εμπειρία, μτφρ. Βασίλης Καπετανγιάννης- Βαγγέλης Κούταλης, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2003.

19 Το άρθρο του Eirik Eiglad που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος προέρχεται από το συγκεκριμένο περιοδικό. Βλέπε www.communalism.com.