Ως συνέχεια των αποσπασμάτων από το «Άκου Μαρξιστή» και το «Ιστορία, Πολιτισμός και Πρόοδος», παραθέτουμε σήμερα κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο «Μαρξισμός & Αναρχισμός - Ένας διάλογος με την Janet Biehl» του Μ. Μπούκτσιν, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ισνάφι».

Πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο ο Μπούκτσιν, σε μορφή συνέντευξης, μιλάει κυρίως για τις πιο ώριμες απόψεις του πάνω στο μαρξισμό και διάφορα συναφή ζητήματα (ιστορία, ηθική, κτλ.), κάνοντας και εν μέρει μια αυτοκριτική σε παλιότερές του απόψεις.

Παρόλ' αυτά, στο εν λόγω βιβλίο συμπεριλαμβάνεται και ένα επίμετρο του επιμελητή. Σχετικά με το επίμετρο αυτό, όσο και με τον τίτλο, τη γενικότερη επιμέλεια και έκδοση του βιβλίου, νομίζουμε πως έχει αξία η εμπεριστατωμένη κριτική που έγινε από την «Κίνηση για τον Ελευθεριακό Δημοτισμό», την οποία και θα προτείναμε να διαβάσει όποιος/α θέλει να διαβάσει εν συνεχεία το βιβλίο. Για τους λόγους που επισημαίνονται εκεί, λοιπόν, δεν παρατίθενται αποσπάσματα από το επίμετρο, ανεξάρτητα αν κάποια από τα όσα λέγονται εκεί είναι ενδιαφέροντα.

Κλείνοντας τη σύντομη εισαγωγή, να σημειωθεί ξανά ότι α αποσπάσματα παρατίθενται αυτούσια, επιλεκτικά και κριτικά. Δε σημαίνει ότι συμφωνούμε με τις απόψεις του συγγραφέα, όπως και δεν υπάρχει σκοπιμότητα από μέρους μας για να παρουσιάσουμε έναν άλλο Μπούκτσιν, ούτε να διαβάσουμε αυτά που θέλουμε εμείς. Απλά σταχυολογούμε κάποια σημεία που φαίνονται πιο σημαντικά σε εμάς. Σίγουρα η προσωπική ανάγνωση συνίσταται για όσους ενδιαφερθούν περισσότερο, με έναυσμα ίσως τη συγκεκριμένη μας ανάρτηση. Δυστυχώς το βιβλίο δεν υπάρχει κάπου διαθέσιμο online για διάβασμα.

Σελ. 7-8
Αν και στα χρόνια του Μαρξ, και της νεότητάς μου, το βιομηχανικό προλεταριάτο μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί ως η ηγεμονική τάξη στον αγώνα για το σοσιαλισμό, σήμερα το προλεταριάτο δε θεωρεί πλέον τον εαυτό του ως τάξη αντιτιθέμενη στην αστική κοινωνία. Ενώ θα ήταν αδύνατο να γίνει οποιαδήποτε επανάσταση χωρίς την υποστήριξή των εργατών στη βιομηχανία, δεν μπορούμε πια να ξεχωρίσουμε το προλεταριάτο ως την ηγέτιδα τάξη για να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει μια  επανάσταση, όπως κάποτε υπέθετε ο Μαρξ. Κι αυτό γιατί σε μεγάλο βαθμό έχει αφομοιωθεί οικονομικά μέσα στην αστική βιομηχανική τάξη, σε μια τέτοια έκταση που κανείς από εμάς, πριν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δε θα μπορούσε να έχει φανταστεί.

Εντωμεταξύ, η οικολογική καταστροφή αναδύθηκε ως ένα σημαντικό πρόβλημα, που απειλεί να καταστρέψει την ίδια τη βιόσφαιρα. Ως πολιτικό ζήτημα, η οικολογία υπερέβη τους ταξικούς διαχωρισμούς, όπως συνέβη με την καταπίεση των γυναικών και των έγχρωμων, όπως συνέβη και με την ανισορροπία μεταξύ των πόλεων και της υπαίθρου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ιδέα ότι η πάλη ανάμεσα στη μισθωτή εργασία (το προλεταριάτο που δουλεύει στα εργοστάσια) και το κεφάλαιο (την αστική τάξη στην οποία ανήκουν αυτά τα εργοστάσια) ήταν το κεντρικό ζήτημα της εποχής δεν έμοιαζε πλέον να περικλείει τα πάντα και το ζήτημα της προλεταριακής ηγεμονίας έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Πίστευα και ακόμη πιστεύω ότι αυτά και άλλα διαταξικά ζητήματα πρέπει να τα ερευνούμε - αυτό ακριβώς ισχυρίστηκα στο Άκου Μαρξιστή - το οποίο κατηγορηματικά δεν σημαίνει ότι απορρίπτω και την ίδια την ταξική πάλη.


Σελ. 10-11
[Ο Μαρξ] πέραν των γραπτών της νεότητάς του, διακατεχόταν από μια πολύ περιορισμένη θεώρηση των περιβαλλοντικών ζητημάτων: ενδιαφερόταν μόνο για τη γονιμότητα του εδάφους και τον καθαρό αέρα για χάρη της καλύτερης σίτισης και της δημόσιας υγείας. Συμφωνούσα με αυτά τα ζητήματα. Αλλά ένιωθα επίσης ότι ο Μαρξ δεν προσέδιδε οποιαδήποτε ηθική ευθύνη στην ανθρωπότητα ως ορθολογικού διαχειριστή του φυσικού κόσμου, καθώς η εξέλιξη καθίστατο δυνητικά αυτοσυνείδητη και με ορθολογικούς σκοπούς.

[...] μπορεί να μοιάζει σκληρή, αλλά ήμουν υποχρεωμένος να καταδείξω ότι στο ζήτημα της λεηλασίας της βιόσφαιρας ο μαρξισμός συμφωνούσε με τον καπιταλισμό.

Ομολογουμένως ήμουν μονόπλευρος, επειδή το δοκίμιο ήταν εξαιρετικά πολεμικό. Πράγματι, αν έγραφα ξανά αυτό το δοκίμιο σήμερα, θα ασκούσα ξανά την ίδια κριτική αλλά θα την τοποθετούσα στο ιστορικό της πλαίσιο. Αν υπολογίσουμε τις ιστορικές περιστάσεις πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, όταν έγραψε τα σημαντικότερα πολιτικά γραπτά του, θα έλεγα ότι είναι τουλάχιστον κατανοητό που ο Μαρξ δεν ήταν εμποτισμένος με μια οικολογική θεοόρηση.


Σελ. 16
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι όταν λέω πως ο Μαρξ δεν ήταν οικολόγος, ούτε καν με την έννοια ενός πραγματικού επιστάτη της πρώτης φύσης, είμαι πολύ περισσότερο ακριβής από τις απόψεις των οικομαρξιστών, οι οποίοι, ακόμη και σήμερα, διαβάζουν όλα τα έργα του Μαρξ και προσπαθούν να απομονώσουν χωρία, εδώ και εκεί, για να τα συρράψουν ώστε να προσομοιάζουν με μια οικολογική θεώρηση. Αλλά αν προσπαθήσουμε να υπερβούμε εμφατικές τοποθετήσεις που οφείλονται στην πολεμική και να πάμε πέρα από τις πικρές ή ακόμη και αιματηρές διαμάχες γύρω από τις διαφορετικές ερμηνείες των ιδεών του Μαρξ, θα έλεγα ότι ο Μαρξ ήταν πολύ πιο ευέλικτος απ’ ό,τι η θεωρία που περιέγραψα στο «Ο Μαρξισμός ως Αστική Κοινωνιολογία». Θα έπρεπε να είχα παρουσιάσει την κριτική μου μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο. Υπάρχουν πολλά να μάθουμε από τον Μαρξ και τον ίδιο δεν μπορούμε να τον απορρίψουμε ως αστό κοινωνιολόγο. Δυστυχώς, οι ιδέες του Μαρξ χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα όταν έπεσαν στα χέρια των μαρξιστών και θεωρήθηκε υπεύθυνος για απόψεις τις οποίες αναμφισβήτητα θα τροποποιούσε σημαντικά ή θα απέρριπτε αν ζούσε σήμερα.


Σελ. 22-23
Στην Οικολογία της Ελευθερίας θέλησα, επίσης, να δείξω ότι ακόμη κι αν οι τάξεις καταργούνταν, η καταπίεση θα μπορούν σε πολύ πιθανόν να συνεχιστεί με τη μορφή της ιεραρχικής κυριαρχίας. Αυτή η ιδέα προέκυψε στην προσπάθειά μου να κατανοήσω κοινωνίες όπως η «σοβιετική» Ρωσία, όπου οι τάξεις είχαν φαινομενικά καταργηθεί, η ιεραρχία όμως ακόμα διατηρούνταν. [...] Ο Ένγκελς είχε υπερασπιστεί ζωηρά την ιεραρχία, διακηρύσσοντας ρητά πως θα ήταν απαραίτητη για να λειτουργήσει ακόμη κι ένα μόνο εργοστάσιο.

Ένας δεύτερος λόγος που ασχολήθηκα με το ζήτημα της Μ ιεραρχίας ήταν η ανάδυση νέων διαταξικών ζητημάτων που δεν ' μπορούσαν να αποδοθούν με αυστηρούς όρους στην ταξική κυριαρχία και την οικονομική εκμετάλλευση. Τα οικολογικά προβλήματα, ενώξεκάθαρα παράγονται από την καπιταλιστική ανάπτυξη, υπήρχαν εδώ και πολύ καιρό και δεν μπορούν απλώς να αποδίδονται σε μια συγκεκριμένη ταξική κοινωνία. Η καταπίεση των γυναικών επίσης υπερβαίνει τα συγκεκριμένα ταξικά όρια.

[...] Με μια ευρύτερη έννοια προσπαθούσα να επεκτείνω το νόημα της ελευθερίας, την ευρύτητα που έπρεπε να αποκτήσει μια επανάσταση για να απελευθερώσει τελικά πλήρως τα άνθρώπινα όντα.


Σελ. 30-31
Όση συνεργασία και έγνοια και να έδειχνε μια προεγγράματη κοινότητα, τουλάχιστον μέσα στα δική της ομάδα συγγενών, και όσο «ελεύθερο χρόνο» και να είχε, θα πραγμάτωνε όντως την ανθρώπινη δυνατότητα για γνώση και δραστηριότητα στον κόσμο; Για τις περισσότερες φυλετικές κοινωνίες ήταν στην πραγματικότητα αρκετά αβέβαιο το πώς θα εξασφάλιζαν τα μέσα της επιβίωσης τους και η συνείδηση τους περιβαλλοταν από το μύθο και τη μαγεία. Τα «ιστορικά αρχεία» τους περιλάμβαναν κυρίως γενεαλογίες που απομνημονεύονταν από τους γηραιότερους, επίσης μύθους και ένα σύνολο μυστικιστικών αντιλήψεων, καθώς και σχήματα αιτίου και αιτιατού που συχνότατα ήταν λανθασμένα.

Ακόμα κι αν οι προεγγράματοι άνθρωποι είχαν πολύ ελεύθερο χρόνο, το οποίο είναι αμφίβολο, τι τον έκαναν; Βασισμένοι στο τι γνωρίζουμε σήμερα για τις ανθρώπινες δυνατότητες, ήταν αρκετά υπανάπτυκτοι. Όταν κάποιος κοιτάξει τις δυνατότητες που σήμερα γνωρίζουμε ότι έχουν τα ανθρώπινα όντα, η θαυμαστή ζωή που αποδιδόταν, ας πούμε, στους Βουσμάνους του San πολύ απείχε από το να είναι ελκυστική.


Σελ. 35-36
Δυστυχώς, η κριτική αυτής της συγκεκριμένης έννοιας της προόδου - ιδαίτερα της προόδου που γίνεται αντιληπτή κυρίως ως τεχνολογική ανάπτυξη - έχει γίνει εξωφρενικά μονόπλευρη και εχει οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετό της: μια αποδοκιμασια της έννοιας της προόδου καθαυτής. Αντί να αντιταχτούν απλώς στην άποψη ότι η τεχνολογική καινοτομία είναι πάντοτε προοδευτική, είναι σύνηθες σήμερα για τους ανθρώπους στο οικολογικό κίνημα και τους lifestyle αναρχικούς να απορρίπτουν την ιδέα ότι η πρόοδος, οποιουδήποτε είδους, είναι είτε εφικτή είτε επιθυμητή, συμπεριλαμβανομένων της επινόησης εξαιρετικά χρήσιμων μηχανών. Έχει γίνει απαραίτητο, λοιπόν, να υπερασπιστούμε την τεχνολογική καινοτομία, τη χρήση των μηχανών και τη σημασία της επιστήμης, εναντίον αυτών που προβαίνουν σε αυτήν την καθολική απόρριψη.


Σελ. 36-37
Στην πραγματικότητα, ισχυρίζομαι ότι, αν η τεχνολογική ανάπτυξη δε διαθέτει ένα ηθικό κίνητρο και δεν είναι σχεδιασμένη να αντιμετωπίσει τόσο οικολογικά όσο και κοινωνικά προβλήματα, θα χρησιμοποιηθεί ακριβώς για να τα βαθύνει αυτά τα προβλήματα, ιδιαίτερα κάτω από ένα σύστημα καπιταλιστικών σχέσεων. Υποστηρίζω μια ισορροπημένη προσέγγιση για την τεχνική, όχι το μονοδιάστατο μύθο - τον τόσο πολύ διαδεδομένο στις δεκαετίες του ’30 και του ’40 - ότι η τεχνολογική ανάπτυξη καθαυτή εγγυάται βελτίωση της ανθρώπινης ζωής.


Σελ. 44-45
Δυστυχώς η γνώση για το πώς ελέγχονται οι φυσικές δυνάμεις παραμένει, προς το παρόν, στα χέρια της αστικής τάξης και των επιστηιιόνων-υπηρετών της, που τη χρησιμοποιούν για να εξυπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Το καυτό ερώτημα που αντιμετωπίζουμε είναι το εξής: Πως θα μπορούσαν οι άνθρωποι να χρησιμοποιήσουν αυτή τη γνώση σε μια ελεύθερη, ορθολογική, οικολογική κοινωνία; Στην πραγματικότητα, σε μια ορθολογική κοινωνία πρέπει να ελέγξουμε τις δυνάμεις της φύσης, αν όχι για κάποιον άλλο λόγο, τουλάχιστον για να δημιουργήσουμε, να αποκαταστήσουμε και να συντηρήσουμε οικολογικές περιοχές για μη-ανθρώπινες μορφές ζωής. [...] Όσο ειρωνικό κι αν φαίνεται, σε μια ορθολογική κοινωνία θα έπρεπε να ασκήσουμε έλεγχο επί των φυσικών δυνάμεων ακριβώς με σκοπό να αποκαταστήσονμε την πρώτη φύση.

Οπότε, η εναντίωση σήμερα στη ρυθμιστική θέση ότι η ανθρωπότητα θα έπρεπε να ελέγξει τις φυσικές δυνάμεις δεν έχει νόημα. Ο έλεγχος ήδη υπάρχει - αλλά στην υπηρεσία του κέρδους και του κοινωνικού ελέγχου. Το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι «Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις γνώσεις μας για τις δυνάμεις της φύσης;» αλλά «Πώς θα χρησιμοποιήσουμε τις γνώσεις μας για τις δυνάμεις της φύσης;». Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, χρειαζόμαστε μια ηθική που να μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την εφαρμογή της γνώσης μας για την πρώτη φύση και μια ορθολογική κοινωνία που θα αποτρέψει τη ζημιά που ο καπιταλισμός προκαλεί σήμερα στο φυσικό κόσμο.


Σελ. 51
Βασικά, αποδέχομαι σαφέστατα το βασικό πρόταγμα του Μαρξ για τη δημιουργία ενός συνεκτικού σοσιαλισμού που ενσωματώνει την ιστορία, τη φιλοσοφία, την οικονομία και την πολιτική. [...] Αν και δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Μαρξ ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να είναι «επιστήμη», βρίσκω το αίτημά του για ένα συνεκτικό σοσιαλισμό εξαιρετικά αναζωογονητικό. Το αίτημα του για συνοχή είναι τόσο ζωντανό σήμερα όσο έναν αιώνα πριν και ίσως πιο σημαντικό σήμερα λόγω της σύγχυσης που έχει προκληθεί από το μεταμοντερνισμό. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να είναι μια κατευθυντήρια αρχή για όλους τους επαναστάτες στον 21ο αιώνα.


Σελ. 58-59
...πριν τη δεκαετία του '60, η λέξη πρωτοπορία χρησιμοποιούταν πολύ συχνά μέσα στο αναρχικό κίνημα και εμφανιζόταν τόσο στους τίτλους των αναρχικών περιοδικών όσο και γενικά μέσα στις συζητήσεις των αναρχικών. [...]

Τα τελευταία χρόνια ολοκλήρωσα μια προσεκτική μελέτη των επαναστάσεων των τριών τελευταίων αιώνων και αυτή η έρευνα με έπεισε εντελώς ότι οποιοδήποτε κίνημα για την κοινωνική αλλαγή θα πρέπει πάντοτε να βρίσκεται σε επαγρύπνηση για τον απολυταρχισμό που λανθάνει σε κάθε μορφή ηγεσίας. Με την απλή ανατροπή μιας πολιτικής δομής, όπως εδώ και καιρό έχουν δείξει οι αναρχικοί, δεν εξαφανίζονται και οι σπόροι μιας νέας τυραννίας. Είναι πάντοτε πιθανό ότι μέσα σε μια επανάσταση μπορεί να εμφανιστεί μια νέα οργάνωση που θα μπορούσε να εμποδίσει τις μάζες να ανασυγκροτήσουν μια ελευθεριακή κοινωνία από τα συντρίμμια της παλιάς. Ενώ, λοιπόν, συμφωνώ, για παράδειγμα, με τους μαρξιστές ότι μια πρωτοπορία είναι απαραίτητη, διαφωνώ ότι ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό κόμμα μπορεί να αποτελέσει αυτήν την απαραίτητη πρωτοπορία.


Σελ. 59
Το ζήτημα είναι ότι οι πρωτοπορίες αναδύονται είτε κάποιου του αρέσει είτε όχι. Κάποιοι άνθρωποι πάντοτε θα έχουν μια πιο προωθημένη πολιτική κατανόηση απ’ ό,τι άλλοι. Δεν έχει νόημα να τρέφουμε αυταπάτες πως το παιχνίδι είναι ισότιμο - δεν είναι. Υπάρχουν πάντοτε κάποιοι άνθρωποι που έχουν περισσότερες εμπειρίες ή έχουν σκεφτεί τις ιδέες τους πιο ολοκληρωμένα ή έχουν βαθύτερες γνώσεις από άλλους. Αυτοί που γνωρίζουν λιγότερα στρέφονται πάντοτε προς αυτούς που γνωρίζουν περισσότερα. Το έχω δει αυτό να συμβαίνει κατ’ επανάληψη - σε απεργίες, σε οδομαχίες, σε συνδικαλιστικούς αγώνες, σε διαδηλώσεις πολιτικών δικαιωμάτων, σε καταλήψεις διαμαρτυρίας και σε άλλες δράσεις του πλήθους. Το κύριο πρόβλημα της πολιτικής οργάνωσης είναι το πώς θα θεσμοποιήσουμε τις σχέσεις μεταξύ αυτών που γνωρίζουν περισσότερα και αυτών που γνωρίζουν λιγότερα και πώς το κάνουμε με έναν τέτοιο τρόπο που και οι ηγέτες με τις πιο βαθιές γνώσεις - και ηγέτες υπάρχουν ακόμη και στα κινήματα του συνομοσπονδισμού! - δε θα καταντήσουν γραφειοκράτες ή εξουσιαστές.


Σελ. 63
Οι αναρχικοί θα πρέπει να μάθουν από τους σοβαρούς μαρξιστές, όπως και οι μαρξιστές από τους σοβαρούς αναρχικούς, ότι χρειαζόμαστε απελπισμένα να επιτύχουμε μια ορθολογική ισορροπία ανάμεσα στη θεωρητική διορατικότητα και το λαϊκό αυθορμητισμό, ανάμεσα στην οργάνωση και την παρόρμηση. Το καθένα από αυτά χωρίς το άλλο αποτελεί εγγύηση για την αποτυχία - ασχέτως του τι έχει πει ο καθένας στο παρελθόν.


Σήμερα αναδημοσιεύουμε άλλο ένα κείμενο του Σ. Καραγεωργάκη (έχουμε ήδη αναδημοσιεύσει το «Μάρεϊ Μπούκτσιν: ο στοχαστής της ελευθερίας και της οικολογίας» πριν μια εβδομάδα περίπου), το οποίο έχει δημοσιευτεί αρχικά και περιλαμβάνεται στον 3ο τόμο της σειράς «Θέματα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων», με τίτλο «Πολιτικές Προστασίας του Περιβάλλοντος», στις σελίδες 90-100.

Το κείμενο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ασχολείται με το ζήτημα της διαχείρισης των διατροφικών πόρων (αν είναι δόκιμος αυτός ο όρος), της σχετικής καταστροφής του περιβάλλοντος, και με το ζήτημα της παγκόσμιας πείνας και του πώς αυτή επηρεάζεται από την προώθηση των βιοκαυσίμων (ως «πράσινης» λύσης για το φαινόμενο του θερμοκηπίου) αλλά και την βιομηχανία εκμετάλλευσης των άλλων ζώων (συγκεκριμένα, της κτηνοτροφίας).

Πιστεύουμε πως έτσι δίνεται μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα του «αν μπορούν να τραφούν όλοι οι άνθρωποι ως χορτοφάγοι» στα πλαίσια της παγκόσμιας διαχείρισης της τροφής και των άλλων πόρων και επισημαίνεται η επιτακτική ανάγκη της χορτοφαγίας για περιβαλλοντικούς λόγους, πέραν των ηθικών και πολιτικών.

Τον προαναφερθέντα τόμο μπορείτε να τον κατεβάσετε σε PDF μορφή από εδώ, ενώ το κείμενο μεμονωμένα μπορείτε να το διαβάσετε online είτε μέσω του ιστολογίου του συγγραφέα, είτε μέσω Scribd, επιμελημένο ως μπροσούρα. Η επιλογή της εικόνας και η μικρή μορφοποίηση του κειμένου δική μας. Παραλείψαμε στο τέλος την προτεινόμενη βιβλιογραφία λόγω χώρου, μπορείτε όμως να την δείτε σε κάποιο από τα παραπάνω προτεινόμενα αρχεία προς κατέβασμα. 


Περίληψη

Στο παρακάτω άρθρο εξετάζεται η γιγάντωση της παγκόσμιας πείνας, ως απόρροια της υποτιθέμενης επίλυσης ενός περιβαλλοντικού προβλήματος, αυτό του φαινομένου του θερμοκηπίου, μέσω της επένδυσης στην τεχνολογία των βιοκαυσίμων. Επίσης ελέγχεται η συμβολή της βιομηχανικής εκτροφής μη ανθρώπινων ζώων στην επιδείνωση τόσο του φαινομένου του θερμοκηπίου, όσο και της παγκόσμιας πείνας. Τέλος, το τετράπτυχο «πείνα-φαινόμενο του θερμοκηπίου-βιοκαύσιμα-κρεοφαγία» υποβάλλεται σε κριτική μέσα από το πρίσμα μιας μη «ορθόδοξης» ερμηνείας της κοινωνικής οικολογίας του Murray Bookchin.

Λέξεις κλειδιά: Ηθική της τροφής (food ethics), παγκόσμια πείνα (world hunger), περιβαλλοντική φιλοσοφία (environmental philosophy), κοινωνική οικολογία (social ecology), ηθική για τα ζώα (animal ethics)


Εισαγωγή

Το πρόβλημα της πείνας και του υποσιτισμού δεν είναι καινούργιο, ούτε αφορά μόνο συγκεκριμένες γωνιές του πλανήτη. Είναι βέβαιο, ωστόσο, ότι ταλαιπωρεί περισσότερο κάποιες περιοχές από κάποιες άλλες. Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 φαίνεται ότι συνέβαλε στην επιδείνωση του προβλήματος και στην εμφάνισή του και σε άλλες χώρες. Πρέπει όμως να ρίξουμε όλες τις ευθύνες στην πρόσφατη κρίση για την πείνα που απειλεί όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού; Η απάντηση είναι αρνητική, κι αυτό γιατί η παγκόσμια πείνα δεν αποτελεί πλέον ένα «ανθρωπιστικό ζήτημα», αλλά ένα «περιβαλλοντικό ζήτημα», ή αν θέλετε είναι ένα πρόβλημα τόσο βαθειά βυθισμένο στον ωκεανό της περιβαλλοντικής κρίσης, ώστε είναι απίθανο να το λύσουμε χωρίς να αποφασίσουμε να βουτήξουμε στα ανοιχτά και να παλέψουμε με τα απόνερα της καταστροφικής ανθρώπινης επέμβασης στη φύση.

Τις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκε σημαντική αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής τροφής, δίχως όμως αυτό να σημαίνει ότι έχει επιλυθεί το παγκόσμιο πρόβλημα της πείνας, καθώς δεν υπάρχει ισοκατανομή της τροφής ανάλογα με τις ανάγκες συγκεκριμένων περιοχών του πλανήτη, όπως επίσης και λόγω των περιβαλλοντικών ζητημάτων. Οι διατροφικές συνήθειες του ανθρώπου, η διανομή τροφής και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την σίτιση του ανθρώπινου πληθυσμού, έχουν αποτελέσει αντικείμενα μελέτης αρκετών επιστημονικών πεδίων, με προεξέχοντα αυτά της ηθικής και της ανθρωπολογίας. Στο πεδίο της ηθικής έχει ανοίξει εδώ και μερικές δεκαετίες μια πολύ μεγάλη σχετική συζήτηση η οποία γίνεται κάτω από την ταμπέλα της ηθικής της τροφής (food ethics) ή της πολιτικής των τροφίμων (food policy). Η έμφαση, ωστόσο, που έχει δοθεί τις τελευταίες δεκαετίες σ’ αυτά τα ζητήματα, δε σημαίνει ότι αυτά είναι καινούργια, αλλά ότι απλώς τίθενται πλέον με ολοένα και πιο επιτακτικό τρόπο,1 και ένας από τους λόγους που συμβαίνει αυτό σχετίζεται με την πολιτική που ακολουθείται από πολλά κράτη για την προώθηση των βιοκαυσίμων.


Βιοκαύσιμα ή παγκόσμια πείνα

Από τα περιβαλλοντικά προβλήματα τα οποία επιζητούν επιτακτικά λύση ένα είναι αυτό του φαινομένου του θερμοκηπίου, εξαιτίας των άμεσων συνεπειών που έχει για τον πλανήτη (αύξηση της θερμοκρασίας της γης). Λόγω του επείγοντος αυτού του προβλήματος, ήταν επόμενο να ακολουθήσουν προσπάθειες από την πλευρά ειδικών επιστημόνων για την επίλυσή του. Ο κυριότερος λόγος για την επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου θεωρήθηκε η υπερκατανάλωση πετρελαίου. Γι’ αυτό, η επιστημονική έρευνα για την ανεύρεση νέων μορφών ενέργειας –οι οποίες θα αντικαθιστούσαν το πετρέλαιο– ικανοποιούσε τόσο την επιτακτική ανάγκη για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, όσο και την απεξάρτηση απ’ αυτό το ρυπογόνο μέσο. Άλλωστε το πετρέλαιο, βάσει μελετών, φαίνεται να εξαντλείται. Επιπλέον, είναι υπεύθυνο για ισχυροποίηση κρατών (αραβικά), τα οποία αποτελούν έναν αποσταθεροποιητικό παράγοντα στην παντοκρατορία της δύσης. Έτσι, τα βιοκαύσιμα (biofuels), ή αγροκαύσιμα (agrofuels) όπως τα ονομάζουν μερικοί (τα οποία παράγονται κυρίως από ελαιοδοτικές καλλιέργειες, όπως είναι ο ηλίανθος, η ελαιοκράμβη, η σόγια, το σουσάμι και άλλα), παρουσιάστηκαν –από τα δυτικά κυρίως κράτη– ως η λύση για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, αλλά και ως ένα μέσο για οικονομική ανεξαρτητοποίηση από τις αραβικές πετρελαϊκές δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Η.Π.Α. (παρότι οι ίδιες είναι από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγές χώρες) τη δεκαετία του 1970 επένδυσαν μεγάλα ποσά και έκαναν φοροαπαλλαγές στις επενδύσεις που σχετίζονταν με την παραγωγή αιθανόλης, με στόχο την απαλλαγή από τις πετρελαϊκές δεσμεύσεις. Και φτάσαμε στη νέα χιλιετία να έχουμε εντυπωσιακή παραγωγή βιοκαυσίμων. Το 2005 η παγκόσμια παραγωγή αιθανόλης πλησίασε τα 10 δισεκατομμύρια γαλόνια, από τα οποία το 45% προέρχονταν από καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου της Βραζιλίας και το 44% από καλλιέργειες καλαμποκιού των Η.Π.Α.2

Ωστόσο, δεν κράτησε πολύ η αισιοδοξία για τις λύσεις που μπορεί να προσφέρει στα περιβαλλοντικά προβλήματα το συγκεκριμένο προϊόν. Και αυτό γιατί η αυξανόμενη ζήτηση για βιοκαύσιμα, και επομένως για τις ενεργειακές καλλιέργειες –όπως λέγονται οι καλλιέργειες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων– προκάλεσε πολλαπλάσια προβλήματα, όπως είναι η αύξηση των τιμών των δημητριακών, η πείνα και η δέσμευση μεγάλων αποθεμάτων νερού. Οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τις ενεργειακές καλλιέργειες είναι σημαντικές, και αν προσθέσουμε σ’ αυτές και τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια δημητριακών που καταλήγουν να γίνονται ζωοτροφές, τότε λιγότερο από το 1/3 τη συνολικής παραγόμενης ποσότητας δημητριακών προορίζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε το 2006 τον Lester Brown του Earth Policy Institute της Ουάσινγκτον να γράψει ότι «τώρα υπάρχουν δύο ομάδες αγοραστών στην παγκόσμια αγορά των βασικών αγαθών: η μία των επεξεργαστών τροφίμων και η άλλη των παραγωγών βιοκαυσίμων».3 Εμείς θα προσθέταμε και μια τρίτη, αυτή των βιομηχανικών κτηνοτρόφων. Ωστόσο, επιστρέφοντας προς το παρόν στο ενεργειακό ζήτημα, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι αυτή ήταν μάλλον η πρώτη δήλωση που αφορούσε στην ομολογούμενη πλέον από πολλούς επιδείνωση της διατροφικής κρίσης λόγω της καλλιέργειας δημητριακών για παραγωγή βιοκαυσίμων. Το κοινωνικό κόστος της παραγωγής βιοκαυσίμων όμως είναι προκλητικό, κυρίως λόγω της απαιτούμενης ποσότητας δημητριακών, τα οποία θα στερηθούν από το τραπέζι τους οι άνθρωποι. Όπως είχε γραφτεί χαρακτηριστικά, για το γέμισμα του ρεζερβουάρ ενός τζιπ με 25 γαλόνια καθαρής αιθανόλης απαιτούνται περίπου 450 λίβρες καλαμποκιού, δηλαδή περίπου 220 κιλά, ποσότητα που είναι ικανή να θρέψει έναν άνθρωπο για ένα χρόνο.4

Σήμερα το πρόβλημα επισημαίνουν διεθνείς οργανισμοί, περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστήμονες. Στις αρχές του 2010 η βρετανική οργάνωση Action Aid ανέφερε ότι οι στόχοι που έχουν τεθεί για την ευρύτερη χρήση των βιοκαυσίμων θα προκαλέσουν μια αύξηση των τιμών των τροφίμων της τάξης του 76% μέχρι το 2020, προσθέτοντας στον αριθμό των πεινασμένων άλλα 600 εκατομμύρια.5 Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (Food and Agriculture Organization), σε έκθεσή του το 2007, επισημαίνει ότι οι καλλιέργειες για την παραγωγή βιοκαυσίμων ενδέχεται να «μειώσουν τη συνολική διαθεσιμότητα της τροφής», τονίζοντας ταυτόχρονα ότι η άνοδος των τιμών καθιστά την τροφή περισσότερο δυσπρόσιτη για τα φτωχά στρώματα, λόγω της ανόδου των τιμών.6 Η επόμενη έκθεση του ίδιου οργανισμού τo 2008 είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στο ζήτημα των βιοκαυσίμων και της τροφής, και ήδη από τον πρόλογο της έκθεσης τονίζεται ο επερχόμενος κίνδυνος από την εκτεταμένη χρήση γης για ενεργειακές καλλιέργειες για το πρόβλημα του υποσιτισμού.7

Αυτές οι προβλέψεις δεν είναι αβάσιμες. Αντιθέτως στηρίχτηκαν σε παρατηρήσεις που έγιναν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, τον Σεπτέμβριο του 2006 ένας τόνος καλαμποκιού κόστιζε 1.400 μεξικάνικα πέσος, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου η τιμή του σκαρφάλωσε στα 3.500 πέσος!8 Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αύξησης της τιμής των τροφίμων εξαιτίας του ανταγωνισμού με τις ενεργειακές καλλιέργειες σημειώθηκε στο Μεξικό το 2007 και ονομάστηκε η «κρίση της τορτίγιας». Εκεί, οι τιμές της τορτίγιας τριπλασιάστηκαν στις αρχές του 2007 λόγω της χρήσης του καλαμποκιού για βιοκαύσιμο. Αντίστοιχες αυξήσεις σημειώθηκαν τον ίδιο χρόνο στην τιμή της μπύρας στη Γερμανία και των ζυμαρικών στην Ιταλία.9 Και αν αυτά συμβαίνουν σε κάποιες από τις λεγόμενες «ανεπτυγμένες χώρες» του βορρά (στις οποίες ωστόσο ο σημερινός –ολοένα και πιο άγριος– καπιταλισμός οξύνει τις κοινωνικο-οικονομικές αντιθέσεις οδηγώντας μεγαλύτερα κομμάτια των πληθυσμών τους στην εξαθλίωση), φανταστείτε πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτή η άνοδος των τιμών τις χώρες που μαστίζονται εδώ και δεκαετίες από πείνα (π.χ. κάποιες αφρικανικές). Η χρήση της μανιόκας ως βιοκαύσιμου, αυτής δηλαδή της αμυλώδους ρίζας που καλύπτει περίπου το 1/3 των θερμιδικών αναγκών των κατοίκων της υποσαχάριας Αφρικής, φαίνεται ότι θα επιδεινώσει σοβαρά το πρόβλημα του υποσιτισμού.10 Και φυσικά η φτώχεια και η πείνα φέρνουν εξεγέρσεις. Γι’ αυτό, όπως αναφέρει ένας εκ των σημαντικότερων κοινωνικών οικολόγων, ο Brian Tokar, οι ελλείψεις τροφίμων οδήγησαν το 2008 σε ταραχές για φαγητό (food riots11) στο Μεξικό, στην Αίγυπτο, στην Ταϋλάνδη και στην Αϊτή, και σε ακόμα 30 χώρες.12

Μια άλλη πολύ σημαντική συνέπεια των ενεργειακών καλλιεργειών είναι η χρήση εξαιρετικά μεγάλων ποσοτήτων νερού. Για παράδειγμα το ζαχαροκάλαμο χρειάζεται 2200 λίτρα νερού για κάθε ένα λίτρο καυσίμου που παράγει,13 ενώ κατά μέσο όρο χρειάζονται 4.560 λίτρα νερού για την παραγωγή ενός λίτρου αιθανόλης.14 Όπως καταλαβαίνουμε, τα βιοκαύσιμα θα συντελέσουν έτσι στην επιδείνωση ενός από τα πιο σημαντικά προβλήματα σήμερα που είναι η λειψυδρία.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενεργειακές καλλιέργειες δεν υπάρχουν μόνο στις βιομηχανικές χώρες. Αυτού του τύπου οι καλλιέργειες έχουν κάνει για τα καλά την εμφάνισή τους και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για το 2010, ενεργειακές καλλιέργειες υπάρχουν σε 28 νομούς, με μεγαλύτερο αριθμό να παρατηρείται στην Ορεστιάδα, στις Σέρρες, στην Ξάνθη και την Θεσσαλονίκη. Για την ίδια χρονιά χρησιμοποιήθηκαν 727 χιλιάδες στέμματα γης από 12.863 καλλιεργητές, με τη συνολική παραγόμενη ποσότητα ενεργειακών πρώτων υλών να φτάνει στους 190.600 τόνους.15

Δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει και άλλους επιστημονικούς κλάδους, οι οποίοι εκ πρώτης όψεως δε φαίνεται να έχουν σχέση με το θέμα. Ωστόσο έγινε αντικείμενο διαλόγου σε πάνελ της Αμερικανικής Ανθρωπολογικής Ένωσης (American Anthropological Association) το 2007, ενώ ο ανθρωπολόγος Solomon H. Katz σε σχετικό άρθρο έκρουσε κι αυτός με τη σειρά του τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι, οι ανθρωπολόγοι μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του πώς επηρεάζει μια τέτοια κρίση τα νοικοκυριά, τα χωριά και τις κοινότητες.16 Ένα είναι όμως βέβαιο για το θέμα, ότι, όπως το έθεσε και ο Brian Tokar, «η αναδυόμενη παγκόσμια βιομηχανία αγροκαυσίμων έχει προκαλέσει σαφώς πολύ περισσότερες ανησυχίες παρά λύσεις στα προβλήματά μας».17


Κτηνοτροφία και παγκόσμια πείνα

Με μια πρώτη ματιά, η βιομηχανική παραγωγή κρέατος θα έπρεπε να αποτελεί λύση στο παγκόσμιο πρόβλημα πείνας αφού εξασφαλίζει χαμηλές τιμές στα προϊόντα της, και επομένως τα καθιστά πιο προσιτά στο ευρύ κοινό. Στο συγκεκριμένο συμπέρασμα μπορεί να οδηγηθεί κάποιος αν αναλογιστεί ότι τη δεκαετία του 1950 στην βόρεια Ευρώπη οι άνθρωποι ξόδευαν το 1/3 με 1/4 των εσόδων τους για την αγορά τροφίμων, ενώ σήμερα μόνο το 1/10.18 Αυτό αποτελεί κυρίως αποτέλεσμα της πτώσης της τιμής των ζωικών προϊόντων λόγω της εντατικής κτηνοτροφίας.

Σήμερα, τουλάχιστον το ένα τρίτο της καλλιεργήσιμης γης χρησιμοποιείται για την καλλιέργεια δημητριακών που προορίζονται για την εκτροφή ζώων. Τούτο σημαίνει ότι αυτές οι εκτάσεις δεσμεύουν ένα τεράστιο μέρος του διαθέσιμης γης για καλλιέργεια. Τα αγροτικά ζώα άλλωστε αποτελούν ακόμα μια πηγή εκτεταμένης ρύπανσης των αποθεμάτων νερού. Το έδαφος δεν μπορεί να απορροφήσει τόσο μεγάλες ποσότητες κοπριάς, με αποτέλεσμα να περνούν τα νιτρικά άλατα στα υπόγεια νερά και να προκαλούν καρκίνους και μεθαιμογλοβιναιμία, μια ασθένεια που προσβάλει τα βρέφη.19 Ο Singer αναφέρει για παράδειγμα ότι, η ολλανδική βιομηχανική κτηνοτροφία παράγει 94 εκατομμύρια τόνους κοπράνων ενώ το έδαφος μπορεί να απορροφήσει με ασφάλεια μόνο τα 50 εκατομμύρια.20 Επιπλέον, η βιομηχανική κτηνοτροφία είναι υπεύθυνη για το 35-40% της συνολικής ποσότητας εκπομπών μεθανίου, το οποίο επιβαρύνει κι αυτό με τη σειρά του σημαντικά το πρόβλημα του θερμοκηπίου.21 Μάλιστα, το μεθάνιο θεωρείται σοβαρότερος κίνδυνος από το διοξείδιο του άνθρακα για το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεθάνιο παραμένει στην τροπόσφαιρα για 7-10 χρόνια, και κάθε μόριό του παγιδεύει περίπου 25 φορές περισσότερη θερμότητα από ότι ένα μόριο διοξειδίου του άνθρακα.22 Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο επίσης ότι στις κτηνοτροφικές μονάδες καταναλώνεται σημαντική ποσότητα ενέργειας για φωτισμό, θέρμανση, εξαερισμό κλπ, αφού στο μεγαλύτερο μέρος τους οι μονάδες αυτές εδράζονται σε κλειστούς χώρους, απελευθερώνοντας έτσι μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.23 Σύμφωνα με αναφορά του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών η βιομηχανική εκτροφή ζώων είναι υπεύθυνη για την αύξηση της τάξης του 18% των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, περισσότερο δηλαδή από ότι προκαλεί ο τομέας των μεταφορών, ο οποίος θεωρείται ότι είναι ο κύριος υπεύθυνος για το φαινόμενο.24 Συνεπώς η κτηνοτροφία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους για την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη και πάλι, όπως και στην περίπτωση των βιοκαυσίμων, τις τεράστιες ποσότητες νερού που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ζωοτροφών. 3.000 λίτρα νερού χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια δημητριακών τα οποία αντιστοιχούν σε ένα κιλό βοδινού κρέατος.25 Όπως έγραψε χαρακτηριστικά και ο Peter Singer, «αν θέλουμε να αποφύγουμε τις καταστροφικές κλιματικές αλλαγές, τότε η μείωση του αριθμού των ζώων που εκτρέφουμε μπορεί να είναι ένας από τους ευκολότερους τρόπους για να το επιτύχουμε.»26 Ο Singer, υπήρξε άλλωστε ένας από τους πρώτους που συσχέτισε το ζήτημα της βιομηχανικής εκτροφής μη ανθρώπινων ζώων με την κλιματική αλλαγή ήδη από το 1975, τονίζοντας ότι η επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου οφείλεται και στις αποψιλώσεις δασών, οι οποίες και πάλι γίνονται για την εξασφάλιση καλλιεργήσιμων εκτάσεων, που στο μεγαλύτερο μέρος τους προορίζονται για ζωοτροφές. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά:
Τα δάση και τα ζώα κρεοπαραγωγής ανταγωνίζονται για την ίδια γη. Η τεράστια όρεξη των πλούσιων κρατών για κρέας, σημαίνει ότι οι αγροτικές επιχειρήσεις μπορούν να πληρώσουν περισσότερα απ’ αυτούς που θέλουν να προστατέψουν ή να αποκαταστήσουν τα δάση. Χωρίς υπερβολές, παίζουμε με το μέλλον του πλανήτη μας για χάρη των χάμπουργκερ.27

Κι όταν αναλογιζόμαστε τα νούμερα, τότε αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό είναι το πρόβλημα: 56 δισεκατομμύρια ζώα θανατώνονται το χρόνο για να καταναλωθούν από τον άνθρωπο, δίχως να υπολογίζουμε τα ψάρια.

Γι’ αυτό πλέον, πολλοί επιστήμονες αναφέρουν ότι τη μείωση στην κατανάλωση κρέατος μάς την επιβάλουν όχι τόσο φιλοσοφικοί λόγοι όσο καθαρά περιβαλλοντικοί.28 Έτσι, κάποιοι επιστήμονες επεξεργάζονται μοντέλα βάσει των οποίων η μείωση της κατανάλωσης κρέατος ή ακόμα καλύτερα η υιοθέτηση μιας απόλυτα χορτοφαγικής διατροφής παρουσιάζει τεράστια οφέλη για τη γη, το νερό και τον αέρα.29 Άλλοι επεξεργάζονται τρόπους όχι για τη μείωση της κατανάλωσης του κρέατος, αλλά για τη μείωση των εκπομπών μεθανίου, με την χορήγηση προβιοτικών στις αγελάδες, ούτως ώστε να αντικαταστήσουν τα βακτήρια που βρίσκονται στα στομάχια αυτών των ζώων με άλλους μικροοργανισμούς οι οποίοι θα βοηθήσουν στην πέψη των τροφών και ταυτόχρονα θα μειώσουν τις εκπομπές μεθανίου.30

Έχει φτάσει όμως η ώρα να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε αυτά τα πλάσματα ως αναλώσιμα-φαγώσιμα είδη, είτε ως πειραματόζωα, που δοκιμάζουμε επάνω τους νέες τεχνικές προκειμένου να μη διαταράξουμε τις διατροφικές μας συνήθειες. Ήρθε η ώρα να υιοθετήσουμε τη χορτοφαγική διατροφή, όχι μόνο για χάρη αυτών των πλασμάτων, αλλά και για χάρη των ανθρώπων και όλου του πλανήτη που απειλείται από τα καπρίτσια του ουρανίσκου μας.


Η κοινωνική οικολογία μπροστά στην παγκόσμια πείνα

Ο πρώτος ο οποίος έγραψε για τον κίνδυνο της υπερβολικής αύξησης του πληθυσμού και της πιθανής σπάνης των τροφίμων ήταν ο Thomas Malthus στο έργο του An Essay on the Principle of Population. Η επαναστατική σκέψη όμως δε συμπάθησε ποτέ τη σκέψη του Malthus και τις προφητικές του απειλές για το πρόβλημα του υπερπληθυσμού και της ενδεχόμενης σπάνης των τροφίμων. Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για τον Malthus και τις ιδέες του:
Αν ο αναγνώστης μού θυμίσει τον Μάλθους, που το έργο του Essay on Population βγήκε τα 1798, του υπενθυμίζω πως το σύγγραμμα αυτό στην πρώτη του μορφή δεν είναι παρά μια μαθητικά επιπόλαιη και παπαδίστικα εξαγγελμένη λογοκλοπή από τους Ντεφώ, σερ Τζέιμς Στούαρτ, Τάουνσεντ, Φραγκλίνο, Ουάλλας κλπ. Και δεν περιέχει ούτε μια θέση που να την έχει σκεφτεί ο ίδιος. Ο μεγάλος θόρυβος που προκάλεσε ο λίβελος αυτός οφείλεται αποκλειστικά σε κομματικά συμφέροντα. Η γαλλική επανάσταση είχε βρει φανατικούς υπερασπιστές στο βρετανικό βασίλειο· η «πληθυσμιακή αρχή, που καταστρώθηκε σιγά-σιγά τον 18ο αιώνα και που μετά, στην καρδιά μιας μεγάλης κοινωνικής κρίσης, διατυμπανίστηκε σαν το αλάθευτο αντιφάρμακο ενάντια στις θεωρίες του Κοντορσέ και άλλων, χαιρετίστηκε με αλαλαγμούς από την αγγλική ολιγαρχία σαν ο μεγάλος εξολοθρευτής κάθε όρεξης για ανθρώπινη πρόοδο.31

Την ίδια απέχθεια για τον Malthus έτρεφαν και οι αναρχικοί. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι το κλασικό κείμενο του Malthus για τον πληθυσμό γράφτηκε ως απάντηση στο Enquiry concerning Political Justice, and its Influence on General Virtue and Happiness, έργο του αναρχικού πολιτικού φιλοσόφου William Godwin (1756-1836).32

Όπως είναι επόμενο, οι ριζοσπαστική οικολογία που έχει τις ρίζες της στον κλασικό μαρξισμό και αναρχισμό δε θα μπορούσε να έχει πολύ διαφορετική στάση. Γι’ αυτό θεωρητικοί της πολιτικής οικολογίας βάλλουν εναντίον αυτών των απειλών που έβλεπε ο Malthus. Ο Murray Bookchin έχει γράψει αρκετά για το ζήτημα του υπερπληθυσμού, κυρίως στο πλαίσιο μιας συνολικής επίθεσης που είχε εξαπολύσει εναντίον της φιλοσοφίας της βαθιάς οικολογίας. Σε αρκετά του κείμενα τοποθετείται εναντίον των προβλέψεων αυτού του «δειλού Άγγλου εφημέριου» ενώ έχει αφιερώσει ένα δοκίμιο για την αντίκρουση των θέσεών του.33 Ο Bookchin, απαντά στις προειδοποιήσεις που ακούγονται από διάφορες φωνές του οικολογικού κινήματος του 1970 –ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του άλλωστε είναι και ο ίδιος– που μιλούσαν για την τραγική επικαιροποίηση του Malthus:
Μας προειδοποιούσαν, συχνά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ότι τη δεκαετία του 1980, για παράδειγμα, θα χρειαζόμασταν τεχνητά νησιά στους ωκεανούς για να στεγάσουν τον πλεονάζοντα πληθυσμό των ηπείρων. Μας έλεγαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι τα πετρελαϊκά μας αποθέματα θα εξαντλούνταν πλήρως μέχρι το τέλος του αιώνα. Ότι πόλεμοι μεταξύ λιμοκτονούντων λαών θα ρήμαζαν τον πλανήτη και κάθε έθνος θα προσπαθούσε να λεηλατήσει τις μυστικές αποθήκες των άλλων εθνών. (...) Δεν αναγκαστήκαμε να μετατρέψουμε τους ωκεανούς μας σε οικόπεδα, ούτε ξεμείναμε από πετρέλαιο, από αποθέματα τροφίμων, από υλικούς πόρους –ούτε από νεομαλθουσιανούς προφήτες.34

Για την κοινωνική οικολογία προβλήματα σαν αυτά που έβλεπε ο Malthus και ήρθαν ξανά στην επιφάνεια στον 20ο αιώνα είναι καθαρά κοινωνικά:
Μήπως μας διαφεύγει το ότι τα ατελείωτα κηρύγματα για την πιθανότητα μιας περιβαλλοντικής ολοκληρωτικής καταστροφής –ως αποτέλεσμα της μόλυνσης, της βιομηχανικής επέκτασης ή της πληθυσμιακής αύξησης– καλύπτουν άθελά τους μια πιο θεμελιώδη κρίση στην κατάσταση του ανθρώπου, που δεν είναι αποκλειστικά τεχνολογική ή ηθική αλλά προφανώς βαθειά κοινωνική;35

Ο Bookchin πιστεύει ότι οι απειλές περί σπάνης αποτελούσαν φόβητρο για τον κόσμο, ως δομικό στοιχείο του πρώιμου καπιταλιστικού συστήματος:
Ο βιομηχανικός καπιταλισμός της εποχής του Μαρξ οργάνωσε τις εμπορευματικές του σχέσεις γύρω από ένα κυρίαρχο σύστημα υλικής σπάνης· ο κρατικός καπιταλισμός της εποχής μας οργανώνει τις εμπορευματικές του σχέσεις γύρω από ένα κυρίαρχο σύστημα υλικής αφθονίας.36

Για τον Bookchin ένας από τους λόγους που προβάλλεται για την αναγκαιότητα του καπιταλισμού είναι το καρότο της αφθονίας, αλλά και το μαστίγιο της πείνας. Ωστόσο, παρατήρησε ότι η αφθονία έδωσε τη δυνατότητα στη Νέα Αριστερά να ασχοληθεί με άλλα ζητήματα, όπως ήταν η ελευθερία. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, χρησιμοποιώντας την ορολογία του Μαρξ, «"το βασίλειο της αναγκαιότητας" μπορούσε στην ουσία να αντικατασταθεί από το "βασίλειο της ελευθερίας".»37 Για τον Μαρξ, η τεχνολογία όφειλε να καθυποτάξει και να κατεργαστεί τη φύση, προκειμένου να καταφέρει ο άνθρωπος να δραπετεύσει από το «βασίλειο της αναγκαιότητας». Για τον Bookchin, η τεχνολογία μπορεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο:
Η ανάγκη για μια τεχνολογία που θα μπορεί να εκτοπίσει τους σύγχρονους φόβους περί σπανιότητας είναι σημαντικό να γίνει αναπόσπαστο τμήμα του επαναστατικού σχεδίου, δηλαδή μια τεχνολογία της μετά της σπανιότητας εποχής.38

Για την κοινωνική οικολογία λοιπόν, η λύση των βιοκαυσίμων θα μπορούσε να είναι μια πραγματικά απελευθερωτική τεχνολογία, ικανή να προσφέρει ένα μη ρυπογόνο προϊόν. Όπως είδαμε παραπάνω όμως, η τεχνολογία των βιοκαυσίμων, πέρα από τον γεωπολιτικό ρόλο που παίζει (για τον οποίο δεν είναι σκόπιμο να κάνουμε εκτενείς αναφορές εδώ), αναπτύσσεται εις βάρος στοιχειωδών ανθρώπινων αναγκών, καθιστώντας συνεπώς αυτό το μέσο ακατάλληλο να εκμεταλλευτεί στις παρούσες συνθήκες.

Σήμερα, η αποκαλούμενη «πράσινη τεχνολογία» είναι αυτή που προβάλλεται από τους τεχνοκράτες ως η πανάκεια για τη λύση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Την επίλυση αυτών των προβλημάτων έχουν αναλάβει οι κάθε λογής τεχνοκράτες και λομπίστες πολυεθνικών που στελεχώνουν ή περιτριγυρίζουν τα εθνικά υπουργεία περιβάλλοντος, τις επιτροπές περιβάλλοντος της ευρωπαϊκής ένωσης και των οικονομικά ισχυρών κρατών, και όχι μόνο, αφού και τα ανίσχυρα κράτη είναι έτοιμα να παραδώσουν τον φυσικό τους πλούτο στις ορέξεις του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για μια «αργόσχολη τάξη εκμεταλλευτών», σαν αυτή του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) που υπαινίσσεται ο Bookchin ότι θα αναλάμβανε τα ηνία της εξουσίας με την τεχνολογική απελευθέρωση των ρώσων μαρξιστών,39 αλλά για μια υπερδραστήρια τάξη τεχνοκρατών και πράσινων μάνατζερ. Η «πράσινη ανάπτυξη» παρουσιάζεται ως λύση σε όλα προβλήματα. Αυτή είναι όμως η πηγή του κακού: η πίεση για ανάπτυξη, για παραγωγή και κατανάλωση. Γι’ αυτό δεν περιορίζουμε τη βιομηχανία, αλλά βάζουμε φίλτρα στα φουγάρα, δεν μειώνουμε την κατανάλωση ενέργειας, αλλά επενδύουμε στην πράσινη ενέργεια, δεν μειώνουμε τις μετακινήσεις και τις άσκοπες μεταφορές προϊόντων, αλλά ψάχνουμε τεχνολογίες «οικολογικών» καυσίμων. Μάλιστα κάποιοι επισημαίνουν ότι παρατηρείται και το αποκαλούμενο «παράδοξο του Jevons», σύμφωνα με το οποίο η αποτελεσματικότερη χρήση της ενέργειας και των φυσικών πηγών που έχει επιτευχθεί δεν οδηγεί σε περιορισμό, αλλά σε μεγαλύτερη οικονομική μεγέθυνση ασκώντας έτσι μεγαλύτερη πίεση στο περιβάλλον.40 Τίποτα δεν κινείται πραγματικά προς το «οικολογικότερο», εκτός από το κεφάλαιο, που έχει ανακαλύψει ότι εκεί –στο «πράσινο»– βρίσκονται πλέον οι πιο επικερδείς επιχειρήσεις.

Είναι πλέον αναντίρρητο ότι ο υπερπληθυσμός και η ενδεχόμενη σπάνη των τροφίμων αποτελούν σήμερα δύο σημαντικά «περιβαλλοντικά προβλήματα». Και εδώ ο Bookchin αποδείχτηκε περισσότερο ορθόδοξος σοσιαλιστής απ’ ότι χρειαζόταν, αρνούμενος να δεχτεί ότι μπορεί να είναι πραγματικά αυτά τα προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι σημαντικά εγχειρίδια περιβαλλοντικών επιστημών τον διαψεύδουν, καταγράφοντας τόσο το ζήτημα του υπερπληθυσμού, όσο και της σπάνης ως «προβλήματα»· τις περισσότερες φορές μάλιστα αυτά τα ζητήματα αποτελούν αυτούσια κεφάλαια.41

Τα περιβαλλοντικά προβλήματα φαντάζουν σήμερα σαν τη Λερναία Ύδρα, αφού προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε ένα, προκαλούμε άλλα δύο. Προσπαθώντας να κόψουμε το κεφάλι του φαινομένου του θερμοκηπίου, ξεφύτρωσαν τα κεφάλια της πείνας και της οργής. Διότι οι πεινασμένοι, είναι και οργισμένοι, κι έτσι εδώ επιβεβαιώνεται ο Bookchin που υποστήριζε ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι κατά βάση πολιτικά προβλήματα, και αν θέλουμε να λύσουμε τα περιβαλλοντικά, αυτό θα το καταφέρουμε μόνο μέσα από την επίλυση των πολιτικών προβλημάτων.42 Γι’ αυτό και δικαίως καυτηριάζει πολλές φορές τον μονόπλευρο χαρακτήρα της επιστήμης της οικολογίας. Αν αφαιρεθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της οικολογίας, υποστηρίζει ο Bookchin, τότε δε θα είναι τίποτε άλλο από μια απάνθρωπη επιστήμη.43 Κι αν ο Bookchin υποτίμησε ως ένα βαθμό τη λεγόμενη «πληθυσμιακή βόμβα», είχε απόλυτο δίκιο όταν τόνιζε ότι τόσο το ζήτημα του υπερπληθυσμού, όσο και αυτά της υπερθέρμανσης, της πείνας και της ενέργειας, είναι στη βάση τους βαθειά πολιτικά προβλήματα. Και η επίλυση μπορεί να είναι μόνο πολιτική, και όχι «επιστημονική», που σημαίνει ότι, δε θα μπορέσει ποτέ η επιστήμη από μόνη της – δίχως να το θελήσει η κοινωνία, και όχι η εκάστοτε οικονομική και πολιτική ελίτ– να προσφέρει εκείνες τις λύσεις που χρειαζόμαστε για να κάνουμε την κοινωνία οικολογική.


Ευχαριστίες

Χρωστώ ευχαριστίες στον Brian Tokar για το σχετικό υλικό που μου προμήθευσε, όπως επίσης, στην Ελίζα Κολοβού και τον Αλέκο Γεωργόπουλο για τα χρήσιμα σχόλια που έκαναν στην πρώτη εκδοχή αυτού του άρθρου.




1 Για μια ιστορική παρουσίαση του πεδίου της ηθικής της τροφής βλέπε: Zwart, Η. (2000). “A Short History of Food Ethics”. Journal of Agricultural and Environmental Ethics. Vol. 12, pp. 113-126.

2 Runge, C., Senauer, B., (2007, May/June). “How biofuels could starve the poor”. Foreign Affairs. Vol. 86, pp. 41-53.

3 Brown, L. (February 2006). “How Food and Fuel Compete for Land”. The Globalist, 01.

4 Runge, C., Senauer, B. “How biofuels could starve the poor”. ibid.

5 Rice, T. (January 2010). Meals per gallon: The impact of industrial biofuels on people and global hunger. London: Action Aid, 2010, pp. 2-3.

6 World Hunger Series 2007. Hunger and Health. Rome: United Nations, pp. 82-83.

7 The State of Food and Agriculture (2008). Rome: Food and Agriculture Organization of the United Nations.

8 Spring, Ú. O. (2009). “Food as a New Human and Livelihood Security Challenge”, in: Brauch H. G., Grin, J. Mesjasz C., Kameri-Mbote P., Spring, Ú.O. (eds.), Facing Global Environmental Change: Environmental, Human, Energy, Food, Health and Water Security Concepts. Berlin: Springer, p. 473.

9 Partzsch, L. and Hughes, S. (2010). “Food Versus Fuel: Governance Potential for Water Rivalry”, In: Gottwald, F.-T., Ingensiep, H. W., Meinhardt, M. (eds.), Food Ethics. New York: Springer, p. 154.

10 Runge, C., Senauer, B., ibid.

11 Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όρος food riot, τον οποίον αποδίδω εδώ ως «ταραχές για φαγητό» δεν έχει ακόμα μια καθιερωμένη ελληνική μετάφραση. Είναι πολύ πιθανό ότι λόγω της αυξανόμενης οικονομικής πίεσης που ασκείται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα από διάφορους πιστωτικούς οργανισμούς, διεθνείς φορείς και ιδιωτικά κεφάλαια, καθώς και από την συνεχώς αυξανόμενη ανεργία (η οποία σήμερα είναι κάτω από το 20%, αλλά βάσει της Στατιστικής Υπηρεσίας και του ΟΑΕΔ το 2012 ο αριθμός των ανέργων αναμένεται να ξεπεράσει το ποσό 1.200.000, δηλαδή να φτάσει περίπου το 20-22% του συνολικού πληθυσμού) θα βρεθεί το ελληνικό αντίστοιχο από τους δημοσιογράφους και όχι από την επιστημονική κοινότητα, αφού θα δούμε αυτές τις εικόνες και εδώ. Αυτή τη στιγμή μάλιστα που γράφεται το άρθρο (καλοκαίρι του 2011) μαίνονται σφοδρές ταραχές στο Λονδίνο με αφορμή τη δολοφονία ενός νεαρού από την αστυνομία. Ωστόσο οι ταραχές μέσα σε μια μέρα εξελίχτηκαν σε ένα φοβερό πλιάτσικο. Οι εξαθλιωμένοι ανήλικοι έφηβοι των υποβαθμισμένων περιοχών του Λονδίνου –και όχι μόνο– λεηλατούν εδώ και μέρες μαγαζιά αρπάζοντας όχι μονάχα τρόφιμα, αλλά και συσκευές ήχου, τηλεοράσεις, ακριβά ρούχα. Αυτά δηλαδή τα αγαθά που τους προωθούν ως απαραίτητα, αλλά οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν μπορούν να αγοράσουν.

12 Tokar, B. (2010). Toward Climate Justice, Perspectives on the Climate Crisis and Social Change. Porsgrunn: Communalism Press, p. 29.

13 Tokar, B. (2010). “Biofuels and the Global Food Crisis”. In: Magdoff, F. and Tokar, B. (eds). Agriculture and Food in Crisis, New York: Monthly Review Press.

14 Jungbluth, R., Rohwetter, M.(2007). Wassermangel. Raubbau am kostbarsten Gut. In: Die Zeit 15: 25. Αναφέρεται στο Partzsch, L. and Hughes, S. (2010). ibid, p. 154.

15 Για όσους/ες ενδιαφέρονται τα στοιχεία αυτά είναι στη διάθεση του συγγραφέα.

16 Katz, S. H. (February 2008). “Food to fuel and the world food crisis”. Anthropology Today, Vol. 24 No 1, pp. 1-3.

17 Tokar, B. (2010). “Biofuels and the Global Food Crisis”. Ibid.

18 Sandøe, P., Madsen, K.H.(2007), “Agricultural and Food Ethics in the Western World: A case of Ethical Imperialism?”. In: Pinstrup-Andersen, P., Sandøe, P. (eds.), Ethics, Hunger and Globalization, In Search of Appropriate Policies. Dordrecht: Springer, p. 203.

19 Γεωργόπουλος, Α. (1996). Γη, Ένας μικρός και εύθραυστος πλανήτης. Αθήνα: Gutenberg, p. 367.

20 Armostrong, S. (November 26, 1988). “Marooned in a Mountain of Manure”, New Scientist, Vol. 120, No 1640, pp. 51-55. Αναφέρεται στο Singer, P. (2010). Η Απελευθέρωση των Ζώων. Θεσσαλονίκη: Αντιγόνη, p. 278.

21 Food and Agriculture Organization of the United Nations (FAO). (2006). Livestock’s long shadow: Environmental issues and options, p. 112.

22 Miller, G.T. (2009). Βιώνοντας στο περιβάλλον II : Προβλήματα περιβαλλοντικών συστημάτων. Αθήνα: Ίων, p. 103.

23 Food and Agriculture Organization of the United Nations (FAO). (2006b). Livestock a major threat to Environment, pp. 88-89.

24 (FAO). (2006). Livestock’s long shadow. p. xxi. 25 Γεωργόπουλος, p. 367.

26 Singer, P. (2010). Η Απελευθέρωση των Ζώων. Θεσσαλονίκη: Αντιγόνη, p. 35.

27 Singer, p. 280.

28 Ilea R.C. (2009). “Intensive Livestock Farming: Global Trends, Increased Environmental Concerns, and Ethical Solutions”. Journal of Agricultural and Environmental Ethics, Vol. 22, pp. 153–167.

29 Stehfest, E., Bouwman, L., van Vuuren, D.P., den Elzen, M.G.J., Eickhout, B. Kabat, P. (2009). “Climate benefits of changing diet”. Climatic Change, Vol. 95, pp. 83–102.

30 Αυτές και άλλες τεχνικές αναφέρονται ως λύση στο Nusbaum, N.J. (2010). “Dairy Livestock Methane Remediation and Global Warming”, Journal of Community Health, Vol. 35, pp. 500–502.

31 Μαρξ, Κ. (2002). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, p. 638 (υποσημείωση 75).

32 Ο Godwin ανταπάντησε με το Of Population. An Enquiry concerning the Power of Increase in the Numbers of Mankind (1820).

33 Bookchin, M. (1997). Ο Μύθος του Υπερπληθυσμού. μτφρ. Σπύρος Κοτρώτσιος. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.

34 Bookchin, M. (1997). Ο Μύθος του Υπερπληθυσμού. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, pp. 13-14.

35 Bookchin, M. (1994). Προς μια Οικολογική Κοινωνία. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, p. 66.

36 Bookchin, M. (1986). “Post-Scarcity Anarchism”. In: Bookchin, M. Post-Scarcity Anarchism, Montreal-New York: Black Rose Books, p. 59.

37 Bookchin, M. (1993). Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία. Αθήνα: Εξάντας, p. 206.

38 Bookchin, M. (1993). Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία. p. 198.

39 Bookchin, M. (1999). Προς μια Απελευθερωτική Τεχνολογία. Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη, pp. 10- 11.

40 Foster, J.B., Clark, B., York, R. (November 2010). “Capitalism and the Curse of Energy Efficiency”. Monthly Review, Vol. 62, No. 6, pp. 1-12.

41 Βλέπε ενδεικτικά τα εγχειρίδια: McKinney, M.L., Schoch, R.M. (2007). Environmental Science: Systems and Solutions, Massachusetts: Jones and Bartlett Publishers, Miller, G.T., Spoolman, S. (2007). Environmental Science: Principles, Connections and Solutions, California: Brooks Cole, Γεωργόπουλος, ibid.

42 Bookchin, M. (1993). ibid, p. 57.

43 Bookchin, M. (1997). ibid, p. 37.


Στο παρακάτω κείμενο ο Σ. Καραγεωργάκης (που διατηρεί τον πολύ χρήσιμο και αξιόλογο ιστότοπο «Περιβαλλοντική Φιλοσοφία» και εκτός των άλλων έχει επιμεληθεί βιβλία όπως το «Ζώα και Ηθική») παρουσιάζει με συντομία τη ζωή και το έργο του Μάρεϊ Μπούκτσιν, όπως επίσης και οι σημαντικότερες προσπάθειες για τη διάδοση της θεωρίας του, δηλαδή της κοινωνικής οικολογίας. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο 14ο τεύχος του περιοδικού «Ευτοπία» το Φλεβάρη του 2007, ενώ υπάρχει και online ως αρχείο προς κατέβασμα. Στο τέλος του περιλαμβάνει και μια εκτενή αναφορά των διαθέσιμων στην ελληνική γλώσσα έργων του Μπούκτσιν, την οποία παραλείπουμε για χάρην χώρου και έκτασης.

Να σημειώσουμε πως το αναδημοσιεύουμε στα πλαίσια του διαβάσματος διαφόρων έργων του Μπούκτσιν και της παράθεσης αποσπασμάτων του το περασμένο διάστημα (π.χ.  «Αποσπάσματα από το "Ιστορία, Πολιτισμός και Πρόοδος" του Μ. Μπούκτσιν»), ώστε να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της σύνολης φιλοσοφίας του. Προφανώς τα αποσπάσματα αυτά δεν υποκαθιστούν το έργο ως όλον, και υπάρχει περίπτωση να παραποιούν αυτό που θέλει να πει ο Μπούκτσιν (και ο κάθε συγγραφέας γενικά) ανά φάσεις, εξαιτίας της αποσπασματικότητάς τους. Γι' αυτό είναι σημαντικό το κριτικό τους διάβασμα, μα και η προσφυγή στην ίδια την πηγή τους, το βασικό έργο.



Τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Ιουλίου 2006 πέθανε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν (Murray Bookchin) σε ηλικία 85 ετών. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της κόρης του στα τοπικά μέσα ενημέρωσης του Βερμόντ (Vermont) των Η.Π.Α. πέθανε από ανακοπή καρδιάς στο σπίτι του στο Μπέρλιγκτον (Burlington) του Βερμόντ.


Βιογραφικά στοιχεία

Ο Μπούκτσιν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1921 από γονείς Ρώσους-εβραίους μετανάστες. Η γιαγιά του, από την πλευρά της μητέρας του, φρόντισε από πολύ νωρίς να εμποτίσει τον μικρό Μάρεϊ με τις ελευθεριακές ιδέες, αφού η ίδια συμμετείχε παλιότερα σε ένα κίνημα που εκδηλώθηκε στην τσαρική Ρωσία. Ο Μπούκτσιν κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929-32, και ενώ ήταν μόλις 9 ετών, οργανώθηκε στην κομμουνιστική νεολαία, αλλά το 1939 μετά το σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ (1939) μεταξύ Σοβιετικών και Ναζί διεγράφη λόγω αναρχοτροτσκιστικών αποκλίσεων. Εντωμεταξύ, είχε δηλώσει εθελοντής για το μέτωπο του ισπανικού εμφυλίου, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Αργότερα, πέρασε στον τροτσκισμό από τον οποίο γρήγορα απογοητεύτηκε. Υπήρξε εργάτης σε χυτήριο του Νιου Τζέρσεϋ, ενώ ως εργάτης σε αυτοκινητοβιομηχανία κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας της Τζένεραλ Μότορς, υιοθέτησε την αντιεξουσιαστική σκέψη. Δημοσίευσε δεκάδες βιβλία, δίδαξε στα «ελεύθερα πανεπιστήμια» της Νέας Υόρκης, στο Στάτεν Άιλαντ (City College University System) και έγινε τακτικός καθηγητής στο Νιου Τζέρσεϋ (Ramapo College). Επίσης, υπήρξε συνιδρυτής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικολογίας (Institute for Social Ecology) στο Βερμόντ το οποίο διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του.1

Ο Μπούκτσιν, έπασχε χρόνια από σκλήρυνση κατά πλάκας, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει προβλήματα κίνησης που συνεχώς επιδεινώνονταν. Τα τελευταία χρόνια μετακινούνταν με αναπηρικό καρότσι και ακολουθούσε βαριά φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο, η ασθένειά του δεν τον εμπόδιζε να δουλεύει ακατάπαυστα μέχρι το τέλος της ζωής του για την ολοκλήρωση του τετράτομου έργου του Η Τρίτη Επανάσταση (The Third Revolution). Τους τελευταίους εφτά μήνες της ζωής του είχε προβλήματα με την καρδιά του.


Η φιλοσοφία και η πολιτική σκέψη του Μπούκτσιν

Είναι δύσκολο να εξετάσει κανείς την πολιτική φιλοσοφία του Μπούκτσιν αξεδιάλυτα από τις γενικότερες φιλοσοφικές παραδοχές που κάνει. Γι' αυτό πρέπει, πριν αναφερθούμε στο πολιτικό σκέλος της θεωρίας του, να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο φιλοσοφικό πλαίσιο που αποδέχεται. Στο φιλοσοφικό πεδίο ο Μπούκτσιν εισηγήθηκε τον «διαλεκτικό νατουραλισμό». Η Janet Biehl, προσπαθώντας να περιγράψει τον διαλεκτικό νατουραλισμό έδωσε τον παρακάτω ορισμό:
«Ο διαλεκτικός νατουραλισμός είναι μια προσπάθεια να αντιληφθούμε τη φύση ως ένα αναπτυξιακό φαινόμενο, τόσο στο βασίλειο του οργανικού όσο και του κοινωνικού πεδίου. Όλα τα οργανικά φαινόμενα αλλάζουν, και ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι υφίστανται ανάπτυξη και διαφοροποίηση. Σχηματίζονται και ανασχηματίζονται, ενώ δραστικά διατηρούν την ταυτότητά τους μέχρις ότου να εκπληρώσουν τις δυνατότητές τους, εκτός και αν συμβεί κάποιο ατύχημα. Αλλά όσο βλέπουμε τον κόσμο μέσα από μια σύντομη επισκόπηση της εξέλιξής του, βρίσκεται επίσης σε ανάπτυξη, ο διαλεκτικός νατουραλισμός προσεγγίζει τον κόσμο ως μια ολότητα, μέσα από μια αναπτυξιακή προσέγγιση.»2
Τη βάση αυτής της θεωρίας αποτελεί η διαλεκτική αντίληψη για την πραγματικότητα. Ο Μπούκτσιν στηριζόμενος στην αναπτυξιακή φύση της πραγματικότητας δίνει μεγάλη βαρύτητα στη διαδικασία του γίγνεσθαι. Έτσι, διαχωρίζει την πρώτη φύση από τη δεύτερη φύση με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Η πρώτη φύση είναι η βιολογική φύση, οι μορφές ζωής στο σύνολό τους και η ανόργανη φύση. Στο πλαίσιο της διαλεκτικής του αντίληψης όμως βλέπει την πρώτη φύση όχι απλά ως το σύνολο των μορφών ζωής και των ανόργανων μερών, αλλά ως τη σωρευτική ανάπτυξη των παραπάνω. Η δεύτερη φύση δεν είναι τίποτε άλλο, από την πολιτιστική, κοινωνική και πολιτική φύση (χοντρικά η κοινωνία) που έχει απορροφήσει την πρώτη φύση.3 Η δεύτερη φύση όμως δεν αποτελεί την εξέλιξη της πρώτης φύσης, αφού η εξουσιαστική δομή της κοινωνίας δεν ικανοποιεί τον Μπούκτσιν ως ένα απόλυτο στάδιο εξέλιξης. Για τον λόγο αυτό μας παροτρύνει να υπερβούμε τη δεύτερη φύση και να οργανώσουμε ένα σύστημα κοινωνικής και οργανικής συμφιλίωσης, το οποίο θα είναι η τρίτη φύση που ονομάζει «ελεύθερη φύση».4 Η ελεύθερη φύση αποτελεί ουσιαστικά την ενοποίηση- με οικολογικό τρόπο- της πρώτης και της δεύτερης φύσης.5

Ο Μπούκτσιν ονόμασε τη θεωρία του στο σύνολό της «κοινωνική οικολογία». Η επιλογή του όρου αυτού έγινε στη λογική του ότι στην οικολογική σκέψη το σημαντικότερο στοιχείο πρέπει να είναι το κοινωνικό. Σε πολλά κείμενά του υποστήριξε τη θέση ότι «Η τάση του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στη φύση, είναι επακόλουθο της τάσης του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο».6 Σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο Μπούκτσιν πίστευε ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο προηγήθηκε της εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο. Η θέση αυτή είναι θεμελιώδης για την πολιτική που προασπιζόταν ο Μπούκτσιν στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, καθώς αναδεικνύει την ευθύνη της ιεραρχικής δομής της κοινωνίας για τα οικολογικά προβλήματα. Η αστική κοινωνία κατάφερε να στρέψει πρώτα τον άνθρωπο εναντίον του συνανθρώπου του και έπειτα εναντίον της φύσης. Στην ουσία πρόκειται για τη μεταφορά του ανταγωνισμού σε ένα άλλο επίπεδο.7 Αν αντιληφθούμε λοιπόν αυτή τη σχέση κοινωνίας- φύσης, τότε θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Αν θέλει ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει την οικολογική κρίση πρέπει πρώτα να επιλύσει τα κοινωνικά προβλήματα.

Αφού λοιπόν κατά τον Μπούκτσιν τα οικολογικά προβλήματα είναι κοινωνικά προβλήματα,8 πρέπει να φροντίσουμε για την επίλυσή τους μέσω της πολιτικής αλλαγής. Ο Μπούκτσιν, σε πολιτικό επίπεδο, υποστηρίζει τον ελευθεριακό κοινοτισμό (libertarian municipalism).9 Παραθέτουμε ορισμό του ελευθεριακού κοινοτισμού έτσι όπως τον αντιλαμβάνεται ο Μπούκτσιν:
«Ο ελευθεριακός κοινοτισμός είναι μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία. Οι πολιτικές και οι συγκεκριμένες αποφάσεις που έχουν να κάνουν με τη γεωργία και τη βιομηχανική παραγωγή θα πρέπει να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις- με την ιδιότητά τους ως πολιτών, όχι ως εργατών, αγροτών ή επαγγελματιών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση θα εναλλάσσονταν και οι ίδιοι στις παραγωγικές δραστηριότητές τους. (.) Αντί να εθνικοποιηθεί και να κολλεκτιβοποιηθεί η γη, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα κέντρα διανομής, μια οικολογική κοινότητα θα κοινοτικοποιήσει την οικονομία της και θα ενωθεί με άλλες κοινότητες ενσωματώνοντας τους πόρους της σε ένα περιφερειακό συνομοσπονδιακό σύστημα. Η γη, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια θα ελέγχονται από λαϊκές συνελεύσεις ελεύθερων κοινοτήτων, όχι από το κράτος- έθνος ή από τους εργάτες- παραγωγούς, που ενδέχεται κάλλιστα να αναπτύξουν ένα ιδιοκτησιακό συμφέρον μέσα σ' αυτά.»10
Με λίγα λόγια, ο Μπούκτσιν υποστήριζε μια αμεσοδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας, η οποία όμως θα αποτελείται από μικρές κοινότητες. Ο ίδιος αντλούσε τις πολιτικές θεωρητικές του παραδοχές από την αντιεξουσιαστική- αναρχική παράδοση. Το 1999 όμως, στην ηλικία των 79 ετών αποφάσισε να μη χρησιμοποιεί πλέον τον όρο «αναρχισμός» για τη θεωρία του, και υιοθέτησε τον «κομμουναλισμό» (communalism), δίχως όμως να φαίνεται μια τόσο σαφής ιδεολογική στροφή στη θεωρία του.11


Το Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας

Το Ινστιτούτο για την Κοινωνική Οικολογία (Institute for Social Ecology) ιδρύθηκε το 1974. Σκοπός του Ινστιτούτου είναι η διάδοση των αρχών της κοινωνικής οικολογίας έτσι όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τον Μπούκτσιν. Οι ιδρυτές του Ινστιτούτου ήταν ο ίδιος και ο ανθρωπολόγος Νταν Τσόντορκοφ (Daniel Chondorkoff).

Τα προηγούμενα χρόνια το Ινστιτούτο προσέφερε τη δυνατότητα για απόκτηση προπτυχιακού και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην κοινωνική οικολογία. Αυτό γινόταν μέσω της συνεργασίας του με το κολέγιο του Μπέρλιγκτον. Επίσης το Ινστιτούτο προσέφερε δυνατότητα για παρακολούθηση μαθημάτων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού (summer programs). Συγκεκριμένα περιλαμβάνονταν προγράμματα για οικολογικές κατασκευές και καλλιέργειες, θεωρία τεχνών και φυσικά ένα πρόγραμμα εισαγωγής στην φιλοσοφία του Bookchin. Στο παρελθόν έχουν διδάξει στο Ινστιτούτο ο Παύλος Σταυρόπουλος,12 η Janet Biehl,13 ο Brian Tokar,14 ο Matt Hern,15 η Cindy Milstein,16 η Chaia Heller,17 ο Peter Staudenmaier18 και πολλοί άλλοι.

Η φιλοσοφία του Ινστιτούτου στηρίζονταν στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας. Κάθε βδομάδα γίνονταν γενική συνέλευση στην οποία συμμετείχαν με ίση ψήφο οι φοιτητές και οι φοιτήτριες των προγραμμάτων, οι καθηγητές/τριες, ο κηπουρός, οι μάγειρες και οι γραμματείς του Ινστιτούτου. Επίσης, οι φοιτητές/τριες ήταν υποχρεωμένοι να αφιερώνουν εβδομαδιαίως συγκεκριμένο αριθμό ωρών εργασίας σε καθαριότητες, καλλιέργειες και κατασκευές στο χώρο του Ινστιτούτου (αυτό ίσχυε και για τους/τις φοιτητές/τριες που συμμετείχαν στα θεωρητικά προγράμματα).

Επίσης, στα μαθήματα κυριαρχούσαν οι αρχές της ελευθεριακής εκπαίδευσης. Εξετάσεις δεν υπήρχαν, η προσέλευση δεν ήταν υποχρεωτική ούτε και παράδοση εργασιών. Η αίθουσα των μαθημάτων δεν είχαν θρανία, παρά μόνο καρέκλες, και στο πάτωμα ένα χοντρό χαλί για να μπορούν να βολεύονται οι ακροατές κατά το δοκούν. Όταν ο καιρός το επέτρεπε το μάθημα γινόταν έξω στο γρασίδι, κάτω από τη σκιά των δέντρων. Τα τελευταία χρόνια δε, το Ινστιτούτο στεγάζονταν σε μία καταπράσινη πλαγιά που περιτριγυρίζονταν από λίμνες στις οποίες μπορούσε κανείς να κολυμπήσει και με λίγη τύχη να συναντήσει κάποιο ελάφι. Οι περισσότεροι/ες εκ των φοιτητών/τριων φιλοξενούνταν σε καλύβες, μέσα στο δάσος, τις οποίες είχαν κατασκευάσει παλιοί/ές φοιτητές/τριες του Ινστιτούτου.

Από πέρυσι, αν και τυπικά η λειτουργία του δεν έχει τερματιστεί, το Ινστιτούτο υπολειτουργεί. Για την ακρίβεια η φάρμα που στεγαζόταν το Ινστιτούτο πουλήθηκε και η βιβλιοθήκη του (6.000 τόμοι) μεταφέρθηκε στο κολέγιο του Μπέρλιγκτον. Παρ' όλα αυτά το Ινστιτούτο ανακοίνωσε ότι θα συνεχίζει να συνεργάζεται με το παραπάνω κολέγιο, όπως και με αυτό του Πρίσκοτ (Prescott) δίνοντας τη δυνατότητα για σπουδές. Το καλοκαίρι του 2006 το Ινστιτούτο έστειλε ανακοίνωση στους φίλους του η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής:
«Αυτό είναι το τέλος μιας εποχής για μας, και μια νέα αρχή για το Ινστιτούτο. Μετά από 31 χρόνια κατά τα οποία υλοποιούνταν προγράμματα στο χώρο του Ινστιτούτου, τόσο για πτυχιούχους, όσο και για μεταπτυχιακούς φοιτητές, τα ενεργά του μέλη έχουμε επαναεπιβεβαιώσει τις βασικές αρχές της κοινωνικής οικολογίας και έχουμε αρχίσει να διαμορφώνουμε τα σχέδιά μας για το μέλλον. Θα συνεχίσουμε την εκπαιδευτική μας αποστολή με στόχο την οικολογική κοινωνία. Επίσης θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε συναρπαστικούς νέους τρόπους για να φέρουμε την κοινωνική οικολογία στις τρέχουσες δημόσιες διαμάχες. Το Ινστιτούτο παραμένει πιστό στην κεντρική σημασία ενός αντιεξουσιαστικού, οικολογικού και ουτοπικού οράματος για τον καιρό μας. Επιζητούμε να υλοποιήσουμε την άμεση δημοκρατία στις κοινότητές μας και να θεμελιώσουμε την πρακτική μας εργασία σε ένα συνεκτικό σώμα από πολιτικές, οικολογικές και ηθικές αρχές.»


Το Πρόγραμμα για τον Κομμουναλισμό

Το 1998 ιδρύθηκε η ομάδα Demokratisk Alternativ (Εναλλακτική Δημοκρατία) από ελευθεριακούς σοσιαλιστές και κοινωνικούς οικολόγους της Βόρειας Ευρώπης. Σε διακήρυξη που εξέδωσε η ομάδα το 1998 και το 2000 υποστήριξε ότι ασπάζεται το πρόταγμα του κομμουναλισμού, ειδικά έτσι όπως διαμορφώθηκε από τον Μπούκτσιν. Η διακήρυξη αυτή κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση, στα νορβηγικά και τα αγγλικά.

Παράλληλα δημιουργήθηκε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό με το όνομα Κομμουναλισμός (Communalism).19 Μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού υπήρξε και ο ίδιος ο Μπούκτσιν. Στο περιοδικό αυτό μπορεί να βρει κανείς άρθρα για τον κομμουναλισμό στα αγγλικά και μεταφράσεις στα νορβηγικά, σουηδικά, ισπανικά, τουρκικά και λίαν συντόμως στα ελληνικά.

Το καλοκαίρι του 2006 το σκανδιναβικό Κέντρο για την Κοινωνική Οικολογία (Center for Social Ecology) οργάνωσε συνάντηση κομμουναλιστών σε φάρμα στο Τέλεμαρκ (Telemark) της Νορβηγίας που είχε διάρκεια 9 ημερών (28 Ιουλίου με 6 Αυγούστου). Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Φιλανδία, την Αγγλία, τη Χιλή και την Τουρκία.

Η συνάντηση είχε τον τίτλο Κοινωνική Οικολογία και Κομμουναλισμός και υπήρχαν τρεις άξονες για συζήτηση: κοινοτιστικές πολιτικές, οικολογικός σχεδιασμός και θεωρία της κοινωνικής οικολογίας. Η είδηση του θανάτου του Μπούκτσιν (που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνάντησης) έδωσε την ευκαιρία στους συμμετέχοντες να μιλήσουν περισσότερο για τον ίδιο και το έργο του. Οι διοργανωτές ανακοίνωσαν ότι η συνάντηση αυτή θα επαναληφθεί και τον επόμενο χρόνο (το καλοκαίρι του 2007).


Η σημασία του έργου του

Αν και θα χρειαστούν πολλά χρόνια για την αποτίμηση του έργου του Μπούκτσιν θα μπούμε στον πειρασμό να κάνουμε μερικά σύντομα σχόλια. Ο Μπούκτσιν ανανέωσε την αναμφίβολα φτωχή σκέψη της αντιεξουσιαστικής θεωρίας. Κατάφερε να μπολιάσει την πολιτική που πρέσβευε με την οικολογική σκέψη με πιο αποτελεσματικό τρόπο από αυτόν των μαρξιστών, προσφέροντας ζωή στον αναρχισμό που αργοπέθαινε λόγω της έλλειψης προοπτικών εξέλιξης. Αν και δεν έφερε κάποια κοινωνική αλλαγή, έστησε τα θεμέλια για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης του ελευθεριακού προτάγματος, δίνοντας ελπίδες για πραγματικές αλλαγές. Έτσι, ο αναρχισμός που δεν έτυχε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα επαρκούς θεωρητικής επεξεργασίας, μετά τον Μπούκτσιν, έγινε όχι μόνο γοητευτικός σε ένα ευρύτερο κοινό, αλλά και επίκαιρος. Αν οι αντιεξουσιαστές/ αναρχικοί φρόντιζαν να χρησιμοποιούν περισσότερο τα γραπτά του Μπούκτσιν από αυτά των κλασικών αναρχικών, σαν του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, ή από νεόκοπους, σαν του Ζέρζαν (John Zerzan), τότε πιθανότατα θα έκαναν ευρύτερα γνωστή και αποδεκτή τη θεωρία τους. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα θεώρησαν ότι είναι πιο χρήσιμο να προβάλλουν δημοφιλείς προσωπικότητες (Τσόμσκι) αντί για δημοφιλείς θεωρίες (κοινωνική οικολογία).

Είναι αναμφίβολο ότι η κοινωνική οικολογία μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη και την καλλιέργεια μιας πολιτικής-οικολογικής ηθικής. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει έρθουν κοντύτερα ακόμα και εκείνες οι τάσεις για τις οποίες ο Μπούκτσιν υποστήριζε ότι τις χωρίζει ένα αγεφύρωτο χάσμα.




1 Τα παραπάνω βιογραφικά στοιχεία αντλήθηκαν από το βιβλίο της Janet Biehl και του Murray Bookchin με τίτλο Murray Bookchin Reader (Black Rose Books, Montreal, 1998) και από τη μετάφραση που έκαναν οι Αλέκος Γεωργόπουλος και Μιχάλης Τρεμόπουλος στο Bookchin, Murray, Τι είναι Κοινωνική Οικολογία, Βιβλιοπέλαγος, μτφρ. Μάκης Κορακιανίτης, Αθήνα, 2000, σ. 113-117

2 Biehl, Janet, Rethinking Ecofeminist Politics, South and Press, Boston, 1991, σ. 117

3 Bookchin, "Ένας Φιλοσοφικός Νατουραλισμός", Κοινωνία και Φύση 2, Σεπτέμβριος- Δεκέμβριος 1992, σ. 99.

4 Bookchin, "Ένας Φιλοσοφικός Νατουραλισμός", ό.π., σ. 101

5 Bookchin, Murray, "Thinking Ecologically: A Dialectical Approach", στο Bookchin, Murray, Τhe Philosophy of Social Ecology, Essays on Dialectical Naturalism, Black Rose Books, Montreal- New York- London, 1996³, σ.σ. 133- 141

6 Bookchin, Murray, The Ecology of Freedom, The Emergence and Dissolution of Hierarchy, Black Rose Books, Montreal- New York, 19912, σ. 1, Bookchin, Murray, "Οικολογία και Επαναστατική Σκέψη", στο Bookchin, Murray, Η Οικολογία της Ελευθερίας, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1978, σ. 43. Πρέπει να τονίσουμε ότι η συλλογή κειμένων που εμφανίζεται με τον τίτλο Η Οικολογία της Ελευθερίας από τις εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη δεν αποτελεί μετάφραση του βασικού έργου του Bookchin The Ecology of Freedom, αλλά μια επιλογή άρθρων του.

7 Bookchin, Murray, "Οικολογία και Επαναστατική Σκέψη", ό.π., σ. 43

8 Bookchin, Murray, Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία, Εξάντας, Αθήνα, 1993, σ. 57

9 Για τη μετάφραση του όρου «municipalism» προτιμάται ο όρος «κοινοτισμός» από τον- μάλλον αδόκιμο- «δημοτικισμό» που παραπέμπει περισσότερο σε γλωσσικά ζητήματα. Ωστόσο ο όρος «κοινοτισμός» μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη μετάφραση του αγγλικού «communitarianism».

10 Bookchin, Murray, Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία, ό.π., σ.σ. 280-281

11 Για τη νέα αυτή εκδοχή βλέπε Bookchin, Murray, Το Πρόταγμα του Κομμουναλισμού, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2006. Οφείλουμε ωστόσο να σχολιάσουμε ότι ο/η αναγνώστης/στρια της συγκεκριμένης μετάφρασης είναι πιθανό να εντυπωσιαστεί από την έπαρση του μεταφραστή που φρόντισε να μας παραθέσει βιογραφικό του στο εσώφυλλο του βιβλίου σχεδόν ίσου μεγέθους με αυτό του Μπούκτσιν, και από την ανεξήγητη προσπάθειά του να συσκοτίσει το έργο του αμερικάνου στοχαστή, αφού σε επίδειξη λογιοσύνης φρόντισε να διανθίσει την εισαγωγή του βιβλίου με αμετάφραστα αρχαιοελληνικά και λατινικά χωρία.

12 Εκδότης του οίκου Aigis Publications και μέλος της διεθνούς συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού Δημοκρατία και Φύση.

13 Συγγραφέας (και σύντροφος του Μπούκτσιν) που έχει γράψει για την κοινωνική οικολογία και τον οικοφεμινισμό. Για παράδειγμα βλέπε το βιβλίο της: ThePoliticsofSocialEcology, LibertarianMunicipalism, Black Rose Books, Montreal- New York- London, 1998.

14 Συγγραφέας που ασχολείται κυρίως με τη βιοτεχνολογία. Βλέπε ενδεικτικά τα βιβλία του Earth for Sale και Green Alternative: Creating an Ecological Future.

15 Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων στα οποία ασχολείται με την ελευθεριακή εκπαίδευση. Ήταν ομιλητής σε εκδήλωση της Ευτοπίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 2005. Έχουν δημοσιευτεί δύο άρθρα του σε προηγούμενα τεύχη της Ευτοπίας.

16 Αναρχική αρθρογράφος και ακτιβίστρια.

17 Φεμινίστρια, συγγραφέας του βιβλίου: Ecology of Everyday Life, Rethinking the Desire for Nature, Black Rose Books, Montreal- New York- London, 1999.

18 Στα ελληνικά κυκλοφορεί κείμενό του στο Biehl, Janet & Staudenmaier, Peter, Οικοφασισμός, Μαθήματα από τη Γερμανική Εμπειρία, μτφρ. Βασίλης Καπετανγιάννης- Βαγγέλης Κούταλης, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2003.

19 Το άρθρο του Eirik Eiglad που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος προέρχεται από το συγκεκριμένο περιοδικό. Βλέπε www.communalism.com.