Δηλητηρίαση και Πολιτισμός

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011


Από την υποδούλωση στην εξάλειψη εντός της ναρκοκουλτούρας


Το ακόλουθο κείμενο αποτελεί μετάφραση του κειμένου «Intoxication and Civilization», που πρωτοδημοσιεύτηκε στο zine Warbound #3 και βρίσκεται αναρτημένο online στο αντίστοιχο ιστολόγιο, Warbound Online Supplement. Αποτελεί μια αξιόλογη προσπάθεια να καταδειχθεί η σύνδεση μεταξύ των εξαρτήσεων και του φονικού πολιτισμού μας, χωρίς βέβαια να στερείται μερικών λανθασμένων σημείων και στοιχείων.


«Δεν υπάρχει πιο βαθύς τρόπος κατανόησης της πορείας της ιστορίας από την άποψη της προσπάθειας να ξεφύγει κάποιος από τον ίδιο του τον "λαχανιασμένο εαυτό" και να βιώσει ακόμα και προσωρινές καταστάσεις ευφορίας ή ανακούφισης της δυσφορίας, ανεξαρτήτου κόστους.»

- Nathan S. Kline

Από τις παλιότερες απαρχές της, η καθιστική ζωή έφερε μαζί της μια επίπονη μιζέρια στους κατοίκους της, και χάρη σε μια τέτοια μιζέρια γρήγορα προέκυψε η ανάγκη να εξευμενιστεί το ανυπότακτο και να απευαισθητοποιηθεί το ανιαρό. Ως κοινωνικά όντα, οι διαχωρισμένες συμβάσεις της πολιτισμένης ζωής ποτέ δεν ήρθαν φυσικά, και αυτές οι επιβολές πάνω στις ζωές μας έχουν προκαλέσει ένα μαζικό, συλλογικό τραύμα. Η υποδομή του πολιτισμού περικυκλώνει, περιλαμβάνει και μας διδάσκει το πως να ενσωματώσουμε τις αξίες του. Η σύγχρονη ολότητά του είναι το magnus opus της εξημέρωσης που έλαβε χώρα λιγότερο από μια ντουζίνα χιλιετίες πριν, και εμείς είμαστε οι ανάλογα τρελοί απόγονοί του, η παθολογία της μιας γενιάς είναι πιο δυσλειτουργική από της προηγούμενης. Αυτό που ξεκίνησε πάνω από δέκα χιλιάδες χρόνια πριν όταν αρχίσαμε να εξημερώνουμε τα φυτά και τα ζώα για να καλύψουμε διατροφικές ανάγκες, και που οδήγησε στην αποψίλωση των τόπων της Μεσοποταμίας και πέρα από αυτή για να καλυφθούν οι ανάγκες για γεωργία, αυτό που σήμαινε την εκδίωξη των άλλων ανθρώπων από την επιθυμητή γη, έχει συνεχίσει και στο σήμερα. Δενόμαστε από τις παράλογες και μη βιώσιμες απαιτήσεις, υποφέροντας από την προσήλωσή μας σε έναν τρόπο ζωής που απαιτεί συνεχή παραγωγή και επέκταση μέσα από όλο και πιο μεγάλα και βαθιά επίπεδα εκμετάλλευσης και από μια ακλόνητη αφοσίωση σε αυτή την κουλτούρα λες και είναι όχι μόνο ωφέλιμη και διαφωτιστική, αλλά ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να επιβιώσει το είδος μας. Καθώς οι απαιτήσεις αυξάνονται και γίνονται πιο περίπλοκες, το ίδιο συμβαίνει και με τις τεχνικές και τις τεχνολογίες μας. Η εκμετάλλευση δεν είναι πλέον αρκετή, επειδή πλέον δεν καταναλώνουμε μονάχα. Χρειαζόμαστε υπερεκμετάλλευση για την υπερκατανάλωση. Η αντίληψη της Προόδου εξυπηρετεί μόνο αυτό που ο Derrick Jensen περιέγραψε με απλό τρόπο ως τη διαδικασία μετατροπής του ζωντανού σε νεκρό.

Κάθε μας σχέση πλαισιώνεται από εξαναγκασμό. Στην απουσία της άγριας φύσης [wilderness], η επιθυμία μας για άμεση εμπειρία μένει ανεκπλήρωτη. Στη θέση της, η κενότητα της νεωτερικότητας: μια φυσιολογικά και οικολογικά στείρα μονοκουτλούρα υπερκατανάλωσης κάνει μια αξιολύπητη προσπάθεια, αν κάνει γενικά κάποια προσπάθεια, για να αντικαταστήσει τη δέσμευση που ζητά το είδος μας. Στερούμενος της ισορροπίας μιας βιώσιμης και φυσικής εμπειρίας, ο πολιτισμός μεταχειρίζεται τα πάντα με ακραίες μεθόδους, όπως για παράδειγμα την αναπήδηση από την υπερδιέγερση στην υποδιέγερση, από τις οποίες καμία δεν είναι ικανοποιητική ή υγιής για εμάς με κάποιον τρόπο. Αντί της αναζήτησης του περιπλανώμενου, στεκόμαστε αποχαυνωμένοι στους διαδρόμους των σούπερ μάρκετ (πόσες φορές δεν έχετε ακούσει κάποιον στους διαδρόμους να λέει «υπάρχουν τόσα πολλά για να διαλέξει κανείς, μακάρι να ήταν πιο εύκολο»;), ένα μέρος όπου ακόμα και οι «αυθεντικές» επιτυχίες του ποπ ραδιοφώνου αντικαθιστούνται με ήμερη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες μουσική-προζάκ [σ.τ.μ.: muzak κατά παράφραση της αγγλικής λέξης music και του φαρμάκου Prozak], όπως είναι κι η ζεστασιά και το φως του ήλιου με την απόκοσμη λάμψη των λαμπών φθορίου. Η συζήτηση γύρω από τη φωτιά έχει υποβιβαστεί σε σπάνιες και νεωτερικές περιπτώσεις, αν γίνεται ποτέ, καθώς αντικαθιστούμε τα συναισθήματα [emotions] με εικονίδια [emoticons], κι ακόμα και οι φωνές των φίλων και των οικογενειών μας μέσα από τις τηλεφωνικές γραμμές αντικαθιστούνται όλο και πιο συχνά από τους βόμβους των ειδοποιήσεων των γραπτών μηνυμάτων. Γράφτηκε κάποτε πως «η γενιά μας θα πεθάνει φωνάζοντας τις τελευταίες της λέξεις μέσα από ένα κινητό τηλέφωνο», αλλά αυτός ο κόσμος που πεθαίνει μάλλον δε θα ακούσει τις κραυγές μας. Έχει γίνει τρομακτικά πιο ρεαλιστικό το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε στο θάνατό μας σιωπηρά, πατώντας κουμπιά και επιλέγοντας το κουμπί της αποστολής.

Είμαστε αληθινά περικυκλωμένοι/μόνοι. Τα προφίλ κοινωνική δικτύωσής μας είναι γεμάτα από πληθώρα online φίλων, αλλά η πραγματικότητα είναι πως είμαστε απομονωμένοι καθώς κλικάρουμε για να δημιουργήσουμε ψευδο-σχέσεις - δεν είναι μόνο η ποσότητα αντί της ποιότητας, είναι, όπως και όλη η εξημέρωση, η απεμπόλιση της ποιότητας της ίδιας. Περικυκλώνουμε τους εαυτούς μας με τεχνο-ανέσεις ενώ είμαστε φυλακισμένοι μέσα στο αυξανόμενα τυποποιημένο και απανθρωποιημένο σύστημα, με τις εμπειρίες μας κατά κύριο λόγο συγκεντρωμένες και ταυτόχρονα εξουθενωτικά αποκομμένες από φυσικούς και συναισθηματικούς τοίχους. Ο Fredy Perlman απεβίωσε πριν από την εξάπλωση του διαδικτύου, των κινητών τηλεφώνων και όλων αυτών που σχηματίζουν το τεχνολογικό φάντασμα πολλών πτυχών στο σημερινό πολιτισμό σήμερα, αλλά η γραφή του υπήρξε πολύ πριν από αυτές τις «προόδους», και τα λόγια του ηχούν σήμερα πιο αληθινά από ποτέ όταν έγραψε πως «ο πολιτισμός είναι ένα ανθρωπίνως άσκοπο δίκτυο αφύσικων περιορισμών». Είναι εξαιτίας της όλο και διευρυνόμενης αποκοπής μας από την πραγματικότητα και της αντίστοιχης διαχυτικότητας της βαρεμάρας και της εναλλαγής της υποδιέγερσης με την υπερδιέγερση που η μιζέρια αυτού του πολιτισμού εκτείνεται σε κάθε πτυχή της ύπαρξής μας.

Είτε μέσω βομβαρδισμού είτε μέσω στέρησης, ο τρόμος έχει αρχίσει να αναμειγνύεται σε μια οδυνηρή νωθρότητα, και αναζητούμε απεγνωσμένα παρηγοριά, ευφορία, κάτι που να μας δείξει πως είμαστε στ' αλήθεια ζωντανοί. Σε κάθε ευκαιρία, η αναζήτηση μας για σύνδεση καταλήγει σε όλο και πιο απομονωτικές και κενές δραστηριότητες - φυγές που αντικαθιστούν διεξόδους για τον τύπο της εκστατικής ενέργειας που θα 'πρεπε να δημιουργεί η ζωή, εκτρέποντας τις επιθυμίες μας και αντικαθιστώντας τες με ψευδείς δεσμεύσεις, διαμορφώνοντας τη σχέση μας με τέτοιες εμπειρίες αρχικά μέσα από τη συνήθη χρήση τοξικών ουσιών και τώρα μέσα από σχεδόν κάθε διαμεσολαβητική πτυχή του πολιτισμού.

Αυτή η υπόγεια τάση αναπτύχθηκε με την άνοδο της εξημέρωσης, βαθαίνοντας και δυναμώνοντας με την έναρξη της περιεχόμενης απελπισίας των πρώτων πόλεων. Όπως παρατήρησε τόσο έντονα ο David T. Courtwright στο βιβλίο του «Forces of Habit: Drugs and the Making of the Modern World»:
«Οι άνθρωποι εξελίχθηκαν ως κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες σε περιπλανώμενες ομάδες. Μετά τη Νεολιθική Επανάσταση, οι περισσότεροι από αυτούς ζούσαν ως χωρικοί σε συνωστισμένες, καταπιεστικές, και μαστιζώμενες από ασθένειες κοινωνίες. Η μιζέρια και η μεγάλη φτώχεια που μάστιζε το 90 τοις εκατό της ανθρωπότητας στις αρχές της σύγχρονης εποχής αρκούν για να εξηγήσουν το λόγο που ο καπνός και άλλα καινοφανή ναρκωτικά έγιναν αντικείμενα μαζικής κατανάλωσης. Ήταν απρόσμενα όπλα ενάντια στην ανθρώπινη κατάσταση, νεοευρεθέντα εργαλεία φυγής από την σκληρή φυλακή της καθημερινής ύπαρξης.»
Αυτοί που κάποτε ήταν ελεύθεροι δεν ήταν πλέον. Παγιδευμένοι, αυτοί που τώρα ήταν τσακισμένοι βρίσκονταν κάτω από ένα συνεχές μπαράζ φόβου - του έντονου εξαναγκασμού από τον Μεγάλο Άνθρωπο, την αβεβαιότητα της αρχικής γεωργικής παραγωγής τροφίμων, ακόμα και το νερό που κάποτε ήταν έμπιστο για να επιβιώσουν τώρα ήταν μολυσμένο, δηλητηριασμένο. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός πως η χρήση τοξικών ουσιών μετεξελίχθηκε ραγδαία σε συγκεκριμένους εμβολιασμούς [inoculation]. Στην πραγματικότητα, ο εμβολιασμός ήταν αυτό που παρείχε συχνά μια τοξική ουσία, όπως ανέφερε και ο Bert L. Vallee στο άρθρο του «Alcohol in the Western World: A History», δημοσιευμένο τον Ιούνιο του 1998 στο Scientific American:
«Όσον αφορά τα μολυσμένα αποθέματα νερού, η αιθυλική αλκοόλη πρέπει να αποτέλεσε πράγματι το μάννα εξ ουρανού για τον εκκολαπτόμενο δυτικό πολιτισμό. Η μπύρα και το κρασί δεν περιείχαν παθογόνες ουσίες. Και η αντισηπτική δύναμη του αλκοόλ, καθώς και η φυσική oξύτητα του κρασιού και της μπύρας, σκότωνε πολλούς παθογόνους μικροοργανισμούς όταν τα αλκοολούχα ποτά διαλύονταν στα βρώμικα αποθέματα νερού.»
Καθώς ο πολιτισμός επεκτάθηκε και έγινε πολυπλοκότερος, το ίδιο συνέβη και με τη σύνδεση του με τις τοξικές ουσίες και την εξάρτησή μας από αυτές. Ο ερχομός της βιομηχανικής εποχής εξυπηρέτησε μόνο την αύξηση των απαιτήσεων για ακρίβεια και επικαιρότητα που κατέβαλε εκείνους τους εργάτες που ήταν δεμένοι (κάποιες φορές κυριολεκτικά) στις μηχανές της παραγωγής. Λαμβάνοντας υπ' όψη τα συνεχώς αυξανόμενα επίπεδα αλκοολισμού ανάμεσα στους εργάτες των αρχών του 19ου αιώνα, ο Zerzan σημειώνει πως αυτή η εξάρτηση «ήταν μια προφανής καταγραφή της πίεσης και της αποξένωσης, της ανικανότητας να αντέξουν το βάρος της καθημερινής ζωής». Είτε είναι κοινωνικός έλεγχος είτε επιβίωση, η σχέση αυτή ήταν εκεί. Η εξημέρωση και η χρήση τοξικών ουσιών έγιναν αδιαχώριστες, ενισχύοντας η μία την άλλη - ένας φαύλος κύκλος που τόσο κατάλληλα δείχνει τις λειτουργίες και των δύο.

«Το αλκοόλ υπάρχει από την αρχή του πολιτισμού. Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι αγαπούσαν το αλκοόλ τόσο πολύ που ξέχασαν τους νομαδικούς τρόπους τους και αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα, ώστε να μπορούν να καλλιεργούν τα δημητριακά που χρειάζονται για να φτιάξουν μπύρα. Απλά σκεφτείτε: αν δεν υπήρχε το αλκοόλ, θα περιπλανιόμασταν ακόμα μέσα στο σκοτάδι κάθε νύχτα.»

- Drinkfocus.com, μια ιστοσελίδα της οποίας «ο στόχος είναι να εμψυχώσει τους καταναλωτές μέσω της παροχής πληροφοριών που μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη έγκυρων συζητήσεων».

Η ναρκοκουλτούρα ορίζεται ως «ένα σύνολο θεσμών, συμπεριφορών, και νοοτροπιών γύρω από την κατανάλωση ναρκωτικών και αλκοόλ» από τον συγγραφέα του κειμένου «Towards a Less Fucked Up World: Sobriety and Anarchist Struggle». Για να είμαστε ξεκάθαροι, η ναρκοκουλτούρα δεν είναι το ίδιο με την ίδια την χρήση ναρκωτικών [intoxication]. Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, πολλοί προϊστορικοί (ή μήπως είναι προ-υστερικοί;) τροφοσυλλέκτες άνθρωποι έχουν, και οι σύγχρονοι απόγονοί τους συνεχίζουν να έχουν, γνώσεις για τα τοξικά φυτά και τις τοξικές ουσίες. Η διαφορά ανάμεσα σε μια ατομική εμπειρία και την οικειότητά μας είναι ακριβώς αυτή: αυτό που για ένα αρχέγονο άτομο αποτελεί μια εξατομικευμένη, υπό όρους στιγμή για ένα πολιτισμένο είναι εξαναγκασμός. Αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τον όρο ναρκοκουλτούρα για να διευρύνω και να επεκτείνω αυτή την έννοια για να συμπεριλάβω και άλλες ψυχοδραστικές ουσίες, τα φαρμακευτικά σκευάσματα που προωθούνται από πνευματικές και άλλες συμβατικής υγείας βιομηχανίες, την προαναφερθείσα εξάρτηση από την τεχνολογική διαμεσολάβηση, και στην ουσία όλη την εξημερωμένη ύπαρξη.

Στο βιβλίο «My Name is Chellis and I’m in Recovery From Western Civilization», η Chellis Glendinning γράφει πως «σαν αποτέλεσμα του τραύματος, η εξάρτηση είναι μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε τον πόνο που βρίσκεται στην καρδιά της τραυματικής εμπειρίας». Κάπου αλλού αναφέρει τον Morris Berman όταν αυτός προσέγγισε βαθύτερα τον πυρήνα του ζητήματος:
«Η εξάρτηση, είτε με τη μια μορφή της είτε με την άλλη, χαρακτηρίζει κάθε πτυχή της βιομηχανικής κοινωνίας... Η εξάρτηση από το αλκοόλ (το φαγητό, τα ναρκωτικά, το κάπνισμα...) δε διαφέρει επίσημα από την εξάρτηση από το κύρος, την καριέρα, την επιρροή του κόσμου, τον πλούτο, την ανάγκη για κατασκευή πιο έξυπνων βομβών, ή την ανάγκη για άσκηση ελέγχου πάνω σε όλα.»
Η Glendinning ήταν η πρώτη που αναγνώρισε όχι μόνο το τραύμα από τον πολιτισμό και τη σχέση του με την ουσιαστική εξάρτηση, αλλά ακόμα και τις ομοιότητες ανάμεσα στο πως η εξαρτησιογόνος συμπεριφορά και ο πολιτισμός ορθολογικοποιούνται. Αναγνώρισε τα κύρια χαρακτηριστικά της εξάρτησης ως «έναν ανεξέλεγκτο, συχνά άσκοπο, εξαναγκασμό για να καλύψει την χαμένη αίσθηση του να ανήκεις κάπου, της ακεραιότητας και της επικοινωνίας», η οποία «θωρακίζεται από την επίγνωσή της μέσω της άρνησης: με προσποιήσεις πως όλα είναι κανονικά, χωρίς την παραδοχή του πόνου και του πόσο ευάλωτοι είμαστε», ακολουθούμενη από «μια έλξη για συνεχή τραυματισμό». Ας εξετάσουμε αυτές τις έννοιες τώρα.

Ένας ανεξέλεγκτος, συχνά άσκοπος, εξαναγκασμός:

Ολόκληρος ο φυσικός κόσμος φρίττει κάτω από το φορτίο που έχει δημιουργήσει η κουλτούρα μας. Ολόκληρος ο τρόπος ζωής μας -από την απόκτηση φαγητού μέχρι τις κοινωνικές μας δομές- έχει απαιτήσει περισσότερα από τον φυσικό κόσμο απ' όσα μπορεί αυτός να παρέχει. Σε κάθε απόρριψη των απαιτήσεών μας, εμείς έχουμε επιβάλλει τη θέλησή μας πάνω στον πλανήτη. Έχουμε ερημοποιήσει τις πάλαι ποτέ όμορφες άγριες κοιλάδες για την καλλιέργεια των τροφίμων μας: σιτάρι, ρύζι, σόγια, καλαμπόκι, και τα λοιπά. Έχουμε βυθίσει τα τρυπάνια μας φαθιά στη γη για να βγάλουμε το μαύρο αίμα της, και την έχουμε σχεδόν απομυζήσει ώστε να συνεχίσουν οι καθημερινές μας δραστηριότητες. Έχουμε απονεκρώσει τους ωκεανούς, έχοντας εξαφανίσει σχεδόν όλα τα μεγάλα θαλάσσια θηλαστικά. Έχουμε τινάξει τις κορυφές βουνών. Σκοτώνουμε δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων ζώων της ξηράς στις βιομηχανικές φάρμες και στα σφαγεία. Έχουμε χτίσει φράγματα στα μεγαλύτερα ποτάμια για ακόμα περισσότερη ενέργεια. Περισσότερο φαγητό, περισσότερη ενέργεια... συνεχώς εξάγουμε από τη γη σε εξωφρενικά εκμεταλλευτικά επίπεδα ώστε ο πολιτισμός μας, αυτός που θεωρούμε πως μας παρέχει άνεση, να επιβιώσει. Σε αντάλλαγμα, έχουμε σπείρει το λιμό, τη φτώχεια, την αρρώστια και κάθε δυνατή όψη της καταστροφής που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε - και αυτές που δε θα σκεφτόμασταν ποτέ. Δημιουργήσαμε ακόμα και όπλα που σε λίγες στιγμές μπορούν να διαγράψουν δισεκατομμύρια χρόνια της πλανητικής ανάπτυξης, αφήνοντας πίσω καμένη έρημο ως τη μοναδική μας κληρονομιά: ένας φαύλος κύκλος αρπακτικής κατανάλωσης και ακατανόητης βεβήλωσης.

Η άρνηση:

«Δε μπορούμε να επιστρέψουμε πίσω.»
«Υπήρχε πολύ πριν από εμάς.»
«Δε μπορούμε να νικήσουμε κάτι τόσο μεγάλο.»
«Είναι πολύ αργά. Δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε τώρα.»
«Μπορούμε να αλλάξουμε τα αρνητικά του και να κρατήσουμε τα θετικά του.»
«Από πού θα ξεκινούσαμε αν θέλαμε να σταματήσουμε;»
«Θα βρούμε ένα νέο τρόπο να κάνουμε τα πράγματα να δουλέψουν χωρίς να το καταστρέψουμε.»
«Είσαι πεσιμιστής.»
«Εσύ ζεις σε έναν φανταστικό κόσμο.»
«Δεν είναι δικό μου το πρόβλημα. Δεν είναι δικό μας το πρόβλημα.»
«Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι.»

...Υπάρχει καμιά αμφιβολία για το βάθος της αρνησής μας να αποδεχτούμε την πραγματικότητα της κατάστασής μας;

Η έλξη προς τον επαναλαμβανόμενο τραυματισμό:

Η νήσος του Πάσχα. Η Μεσοποταμία. Οι Μάγια. Η Ρώμη. Οι Ανασάζι.

Η σφαγή του Waterloo Creek. Η σφαγή του Wounded Knee. Η Μεγάλη Κάθαρση. Το Ολοκαύτωμα. Η σφαγή του My Lai. Η γενοκτονία στο Darfur.

Ο αμερικάνικος βίσωνας. Η βόρεια πιτσιλωτή κουκουβάγια. Η τίγρη του Μπαλί. Η μεξικάνικη αρκούδα γκρίζλι. Το περιστέρι-επιβάτης.

Η μια στιγμή μετά την άλλη. Η μια αποτυχία μετά την άλλη. Ξανά και ξανά. Για πάντα μέχρι τη λήθη.


Ο πολιτισμός είναι η κουλτούρα του αδιάκοπου τραυματισμού, με τους κατοίκους του να είναι αβοήθητοι εξαρτημένοι και να ψάχνουν καταφύγιο από την ανυπόφορη δυστυχία.

Όχι πως η αναζήτησή μας για αναστολή της καταδίκης μας, ανεξάρτητα από το πόσο τεχνητή είναι, είναι καταδικασταία, όπως οι ιδεολογίες της εγκράτειας και της απαγόρευσης θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε (η δηλητηρίασή τους αποτελεί ηθικό απολυταρχισμό). Αλλά, μια τέτοια αναζήτηση αναμένεται μόνο από ένα πλάσμα υπό στέρηση και αποκομμένο. Ο Erich Fromm έγραψε στο «Escape From Freedom» ότι «το να νιώθεις εντελώς μόνος και απομονωμένος οδηγεί στην πνευματική διάλυση ακριβώς όπως και η φυσική ασιτία οδηγεί στον θάνατο». Όλα τα ζώα έχουν ανάγκη τη συντροφιά και χωρίς αυτή η ανάγκη για ηρεμία γρήγορα επέρχεται με την ελπίδα της επιβίωσης. Ο Courtwright καταδεικνύει πάλι τον εγκλεισμό της εξημερωμένης ζωής όταν γράφει πως «τα είδη ψάχνουν και καταναλώνουν τοξικές ουσίες στην άγρια φύση, αλλά το κάνουν περισσότερο και πιο καταναγκαστικά υπό συνθήκες αιχμαλωσίας». Κανείς μπορεί να το διαπιστώσει αυτό από τις τρομακτικές εμπειρίες εκείνων που 'ναι κλεισμένοι σε κλουβιά, από τα εργαστήρια ζωοτομίας μέχρι τους ψυχιατρικούς θαλάμους και από τα σχολεία μέχρι τις φυλακές υψίστης ασφαλείας. Πολλοί από τους κυριολεκτικά όμηρους αυτής της κουλτούρας πεθαίνουν, είτε φυσικά, είτε πνευματικά, είτε συναισθηματικά, πριν οι δεσμοφύλακές τους προλάβουν να διαχειριστούν όλα τα απαραίτητα τεστ/διαγνώσεις/βαθμίδες/ποινές - συχνά από την αδυσώπητη μιζέρια τους. Για να το θέσω απλά, η ζωή είναι αδύνατη χωρίς διέγερση. Βιολογικά, οι άνθρωποι (και επίσης, πολλά άλλα όντα) απλά δεν επιβιώνουν κάτω από τέτοιες συνθήκες - με άλλα λόγια, ακόμα και με την δική του επιστημονική συλλογιστική, είμαστε σε αντίθεση με τον πολιτισμό.

Η συμμετοχή μας σε αυτόν τον πολιτισμό μας οδηγεί πλήρως στην τρέλα. Βλέπουμε την παθολογία να εμφανίζεται παντού γύρω μας - οι ειδήσεις για ανθρώπους που «εκρήγνυνται» έχουν γίνει από μεμονωμένα τρομακτικά περιστατικά τρομακτικά συχνά περιστατικά. Τα ποσοστά του αυτισμού και της σχιζοφρένειας, ανάμεσα σε άλλες ψυχικές ασθένειες, αυξάνονται με επικίνδυνους ρυθμούς - οι άνθρωποι γυρίζουν στον εαυτό τους, κάνουν τον εαυτό τους κομμάτια, ανίκανοι να αντέξουν το μπαράζ της καθημερινής ζωής. Ίσως αυτοί οι άνθρωποι να μην είναι τόσο άρρωστοι όσο πιο προσγειωμένοι στην πραγματικότητα από εμάς τους υπόλοιπους: ίσως εμείς οι υπόλοιποι που έχουμε καταφέρει κάπως να διαχωρίσουμε τους εαυτούς μας είμαστε άρρωστοι. Ίσως η πραγματική αρρώστια δεν προκαλεί αυτόματα κάποια αντίδραση με σύγχυση ή πανικό ή αποθάρρυνση όταν έρχεται αντιμέτωπη με τον πολιτισμό.

Η ναρκοκουλτούρα παρέχει το αναγκαίο πλαίσιο για συμφιλίωση και ειρήνευση, για να μας αποδυναμώσει περισσότερο, για να μας τσακίσει ευκολότερα. Υπό την γοητεία της, εμείς διαιωνίζουμε τον κύκλο της υπακοής και της καταστροφής. Γι' αυτό αποκαλείται και εξάρτηση.

Και γι' αυτό πρέπει να αντισταθούμε στις υποσχέσεις της ναρκοκουλτούρας για ηρεμία μέσα στο χείμαρρο της πολιτισμένης μιζέριας. Κάποιοι μπορεί να αναφέρουν, όπως ισχυρίστηκε και ο Courtwright, ότι «η χρήση ναρκωτικών για να αντέξουμε την κουραστική και εξαλειπτική μιζέρια είναι κατά πολλούς τρόπους ένα υποπροϊόν του ίδιου του πολιτισμού», αλλά φαίνεται όλο και περισσότερο πιθανό η ναρκοκουλτούρα να μην είναι μια απρόσμενη συνέπεια, αλλά αντίθετα ένα αναπόσπαστο και ζωτικό κομμάτι της εξημερωτικής διαδικασίας. Χωρίς τον πολιτισμό η ναρκοκουλτούρα δε θα υπήρχε, αλλά το ίδιο σημαντικά και χωρίς τη ναρκοκουλτούρα δε θα μπορούσε να υπάρχει πολιτισμός. Η ανακούφιση από την εξημέρωση μέσω του πολιτισμού ήταν πάντα η μυθολογία που κληροδοτούταν σε εκείνους που σε άλλες περιπτώσεις θα αντιστέκονταν. Η διόρθωση, όποια κι αν είναι αυτή, ήταν πάντα πολύ κοντά, ζητώντας ακόμα μια πράξη υποταγής από εμάς.

«Το να είσαι εξαρτημένος σημαίνει να είσαι σκλάβος. Η ηρωίνη παύει να υπηρετεί τον εξαρτημένο, και ο εξαρτημένος αρχίζει να υπηρετεί την ηρωίνη. Μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τον πολιτισμό: δε μας υπηρετεί, αλλά αντίθετα εμείς τον υπηρετούμε. Υπάρχει κάτι απελπιστικά λάθος σ' αυτό.»

- Derrick Jensen

Με τον ίδιο τρόπο που το περιβαλλοντικό κίνημα δε θα σώσει ποτέ κανένα οικοσύστημα, με τον ίδιο τρόπο που το εργατικό κίνημα ποτέ δε θα καταργήσει τη δουλειά, μια κουλτούρα λανθασμένης και/ή αποκομμένης ευχαρίστησης ποτέ δε θα επιφέρει κάποια συμμετοχική εμπειρία. Ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δε θα υπάρξει βάλσαμο στο Gilead, για να δανειστώ τη φράση από τη δυική μυθική παράδοση. Δυστυχώς, το οχυρό της εξάρτησης υπήρχε πολύ πριν ξεκινήσει ο αγώνας μας ενάντιά του, και δεν προκαλεί έκπληξη που οι αναρχικές κοινότητες υποφέρουν τόσο όσο και οι άλλοι από τις παγίδες της ναρκοκουλτούρας, πέρα από τις άλλες ανεπιθύμητες πτυχές του πολιτισμού. Αυτό που προκαλεί έκπληξη, παρ' όλ' αυτά, είναι η έλλειψη (και σε μερικές περιπτώσεις η κατάργηση) διαλόγου γύρω από το ζήτημα, συγκεκριμένα μέσα από το πλαίσιο της αντίστασης στον πολιτισμό και στην υπέρβαση της εξημέρωσης. Όπως έδειξε η Glendinning, η άρνηση είναι κεντρικό κομμάτι της παθολογίας της εξάρτησης. Μέχρι να κατανοήσουμε το μεγάλο ελάτωμμα των πράξεών μας η αντίστασή μας θα πάσχει από τη διαιώνιση της ναρκοκουλτούρας, η εναντίωσή μας θα συνεχίσει να παραπαίει, προχωρώντας μεθυσμένη προς την άθλια αποτυχία, προς την πραγματοποίηση της εξημέρωσης και του πολιτισμού: την εξάλειψη.

Όπως συμβαίνει και με τόσα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν εκείνοι που ελπίζουν να κατανικήσουν και να επιζήσουν από τον πολιτισμό, αυτή η διαδικασία δεν θα είναι εύκολη, και δεν ισχυρίζομαι πως έχω όλες ή έστω κάποιες από τις απαντήσεις γι' αυτό το πρόβλημα. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η ζημιά που έχει προκληθεί από αυτόν τον πολιτισμό είναι βαθιά και εκδηλώνεται ευρέως, και η επιστροφή στο άγριο [rewilding] του πλανήτη και των εαυτών μας πρέπει να είναι τόσο βαθιά όσο και η λεηλασία από τον πολιτισμό. Οι ελπίδες μας για μια ζωή που θα βρίσκεται και θα σχετίζεται με πραγματικές εμπειρίες εναπόκεινται στην επίθεση ενάντια στην ολότητα του πολιτισμού και σε τίποτα λιγότερο. Ο μόνος τρόπος για να πετύχουμε την ολική απελευθέρωση από αυτή την κουλτούρα είναι καταστρέφοντας κάθε ίχνος από τις μοχθηρές ρίζες της εξημέρωσης μέσα στις κοινότητές μας και στους εαυτούς μας. Οι αναρχικοί έχουν ως στόχο τον αγώνα ενάντια στον κόσμο που δημιουργεί τέτοια αθλιότητα, ενώ προσπαθούν, χτίζουν και συντηρούν κοινότητες ελεύθερες από την ασφυκτική θλίψη που είναι απαραίτητη στον πολιτισμό για να συνεχίσει να υπάρχει και στην οποία μας εθίζει η ναρκοκουλτούρα. Για να βάλουμε ένα τέλος στην καταπίεση όλων των ειδών, πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με κάθε δυνατό τρόπο και πρέπει επίσης να είμαστε πρόθυμοι να εξετάσουμε κριτικά, να μιλήσουμε ανοιχτά και να παλέψουμε σθεναρά ενάντια σε ένα τέτοιο ευρύ παράγοντα καταπίεσης, ψάχνοντας ταυτόχρονα για θεραπεία, δουλεύοντας για να αλληλοστηριχθούμε κατά την ανάρρωσή μας.

Ένας αναρχικός κόσμος είναι ένας κόσμος απελευθερωτικής πραγματικότητας, καθημερινής ασχολίας και συνεχούς διέγερσης, με ανταμειπτικές εμπειρίες και αληθινές σχέσεις - ένας κόσμος χωρίς εξημέρωση ή πολιτισμό, χωρίς αυτό το πλέγμα ανίας, κατάθλιψης, υπακοής και μιζέριας.

- D. L. Lobos, Αύγουστος του 2008.

Κανένα σχόλιο