Αρχειοθήκη ιστολογίου

Το σιδερένιο δαχτυλίδι

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα κείμενο μυθιστορίας γραμμένο από τους συντρόφους για την Αναρχική απελευθερωτική δράση και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Διαδρομή Ελευθερίας φ.123, Ιανουάριος 2013. Από το Anarchy Press.

«Τι είναι αυτό το σημάδι στο δάχτυλο σου;» ρώτησε ο μικρός Ταρού, καθώς στριφογύριζε για να βολευτεί καλύτερα στο δέρμα βίσωνα που κάλυπτε το έδαφος της σκηνής. Αυτός και οι φίλοι του είχανε αποφασίσει να μην συμμετέχουν στη συντροφιά του κυνηγιού εκείνη την παγωμένη μέρα. Εξ άλλου, η παρέα του Σιάθ ήταν πάντοτε μια ελκυστική πρόταση. Τόσο ελκυστική μάλιστα, που συχνά άφηναν το παιχνίδι τους, ακόμη και τις βουτιές στα ανοιξιάτικα λιβάδια, για να ακούσουν τις ιστορίες του. Τους άρεσε να ακούν αφηγήσεις για «αυτά που έγιναν παλιά», όπως συνήθιζαν να λένε οι γεροντότεροι της φυλής. Ίσως όμως αυτό που τους γοήτευε πραγματικά δεν βρισκόταν στην αίγλη της εξιστόρησης, αλλά στο γεγονός πως γνώριζαν ότι όσα άκουγαν ήταν πέρα για πέρα αληθινά.

«Θέλεις αλήθεια να μάθεις γι’ αυτό το σημάδι;» αποκρίθηκε ο Σιάθ με τον γνωστό του τρόπο· τόσο γλυκά, όσο ο ήχος του μαλακού αέρα που φέρνει στα λιβάδια τη βροχή. Όλα τα παιδιά τον κοίταξαν λαίμαργα, περιμένοντας την αφετηρία άλλης μιας γοητευτικής ιστορίας.

«Φυσικά και θέλω, έχει και ο πατέρας μου ένα… και η μητέρα μου νομίζω», απάντησε ο Ταρού και άφησε το κορμί του να πέσει πίσω στο μαλακό δέρμα, κάνοντας έναν αστείο ήχο. Ο Σιάθ έτριψε το σημάδι στον παράμεσο της παλάμης του χαμογελώντας και δίχως να σηκωθεί έριξε ακόμη μερικά νεκρά κλαδιά στην τεμπέλικη φωτιά.

Τα υπόλοιπα παιδιά της συντροφιάς έκλεισαν το μάτι στον μικρό Ταρού. Ήταν σχεδόν πάντα οι ερωτήσεις του που, όπως ο άνεμος τον μύλο, κινούσαν το νου του Σιάθ. Και εκείνος άρχιζε να τους μιλά για ζητήματα που ουδέποτε είχαν ξανακούσει. Τους έλεγε ιστορίες για εκείνες τις παλιές εποχές που οι άνθρωποι ζούσανε σκλαβωμένοι στο κράτος, τα πάντα σκέπαζε η μαύρη σκιά του πολιτισμού και οι άνθρωποι εκπαιδεύονταν να ενδιαφέρονται μόνο για το πώς θα κερδίσουν κάτι χρωματιστά χαρτάκια που τα ονόμαζαν χρήματα. Τι παράξενα πράγματα! Τους είχε μιλήσει μάλιστα και για ένα μέρος, όπου το κράτος μάντρωνε μικρά παιδιά σαν αυτούς. Τότε το έλεγαν σχολείο. Τους μιλούσε για τις πόλεις και την δυσώδη αποφορά του αέρα τους. Για την αστυνομία, το στρατό, τα δικαστήρια και για κάθε κρατικό θεσμό που κρατούσε υπόδουλο το γένος των ανθρώπων. Κάποιες φορές το περιεχόμενο των αφηγήσεων του Σιάθ ήταν τρομακτικό, αλλά ο καλοσυνάτος τρόπος του έκανε κάθε ιστορία ξεχωριστή και ενδιαφέρουσα.

«Λοιπόν…, θα σας πάω σε μια εποχή μακρινή, τότε που οι άνθρωποι ζούσανε με τον φόβο του κράτους. Γιατί το κράτος ήταν το ψυχρότερο απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα», είπε ο Σιάθ και συνέχισε, «Οι κυρίαρχοι είχανε πολλά όπλα τότε. Το σημαντικότερο όμως ήταν ίσως το ρολόι».

«Το ρολόι;», ψιθύρισαν αντανακλαστικά και με μια φωνή τα παιδιά.

«Ναι, αυτό! Ήτανε τρομερό όπλο. Να φανταστείτε, έπαιρνε τον χρόνο που ούτε η ομίχλη δεν μπορεί να τον σκεπάσει και τον έκοβε σε μικρά-μικρά κομματάκια. Δεν ήταν όπως τώρα μέρα και νύχτα, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο. Όχι, ο χρόνος ήταν συνώνυμο της ακρίβειας. Τα ρολόγια καθόριζαν τα πάντα. Αυτά σας τα λέω για να σας βοηθήσω να καταλάβετε ότι τότε κάθε εποχή το κράτος μας επέβαλε να την μετράμε σε μήνες και συγκεκριμένα σε τρεις.

Ήταν Γενάρης, λοιπόν, το μέσο του χειμώνα…», είπε και η ζέστη της πυρωμένης θράκας τους αγκάλιασε σαν άδολη αγκαλιά. «…ίσως μια μέρα σαν αυτή, σε μια πόλη από εκείνες που η θλίψη τους ήταν μεγαλύτερη και απ’ το σταχτί βουνό που βρίσκεται πέρα απ’ τα γελαστά λιβάδια…».

Τα παιδιά κατάλαβαν με μιας ότι οι πόλεις ήταν πράγμα πολύ άσχημο, γιατί μέχρι απόψε δεν είχαν ξανακούσει κάποιον απ’ τους ελεύθερους ανθρώπους να συγκρίνει κάτι σε μέγεθος με το σταχτί βουνό.

«Σε μια τέτοια πόλη, λοιπόν, μια μεγάλη συντροφιά παιδιών, αλλά και αγωνιζόμενων ανθρώπων κάθε ηλικίας, αποφάσισαν ότι δεν θέλουν άλλο να είναι σκλάβοι του κράτους και εξεγέρθηκαν. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει εξεγέρθηκαν;», ρώτησε ο Σιάθ.

«Ναι, ναι, μας το είχες εξηγήσει σε μια παλιότερη ιστορία, τότε που κατασκηνώναμε κάτω απ’ τα σιωπηλά πλατάνια», του απάντησε ένα κοριτσάκι με αχνές φακίδες στο πρόσωπο.


«Χαίρομαι. Αυτό έγινε το βράδυ της 9ης μέρας του Γενάρη, το έτος 1991, σύμφωνα με τα παλιά ρολόγια. Εκείνη λοιπόν την νύχτα μια ομάδα ανθρώπων του κράτους δολοφονεί έναν δάσκαλο σε μια κατάληψη σχολείου. Το όνομα του ήταν Νίκος Τεμπονέρας. Λίγο μετά ξεκινάει πορεία χιλιάδων αγωνιζόμενων ανθρώπων, που παίρνει διαστάσεις ανεξέλεγκτων συγκρούσεων. Πέτρες, ξύλα και ένα άλλο όπλο που το ονόμαζαν μολότοφ χρησιμοποιήθηκαν ενάντια στην αστυνομία αλλά και σε δημόσια κτίρια. Οι οδομαχίες κράτησαν σχεδόν όλο το βράδυ. Υπήρξαν τραυματίες και απ’ τις δύο πλευρές».

Τα παιδιά άκουγαν αμίλητα. Κάθε τόσο ο Σιάθ δεχόταν ερωτήσεις για το νόημα της μιας ή της άλλης άγνωστης λέξης που ξεπηδούσε απ’ το στόμα του, όπως οι ανθοί τις ηλιόλουστες μέρες. Τα παιδιά εύρισκαν πάντα τις ερμηνείες του απλές, κατανοητές, ακόμη και διασκεδαστικές κάποιες φορές.

«Και πως λεγόταν αυτή η πόλη;», ρώτησε ο Ταρού.

«Πάτρα, την έλεγαν, Πάτρα και βρισκόταν σε ένα κράτος που ονομαζόταν Ελλάδα. Εκεί δολοφονήθηκε ο δάσκαλος. Η μεγαλύτερη, όμως, πόλη σε εκείνο το κράτος είχε το όνομα Αθήνα και την επόμενη μέρα αυτά που έγιναν εκεί θα τα θυμάμαι, μέχρι το πνεύμα μου να γίνει ένα με την άπειρη ύπαρξη. Εκεί γνώρισα και πολλούς απ’ τους γονείς σας. Εκεί μοιράστηκα την θέρμη της ανθρώπινης συντροφιάς για πρώτη φορά με τέτοια ένταση στην ζωή μου. Εκεί γεννήθηκε και το σημάδι στο δάχτυλο μου. Την επόμενη μέρα λοιπόν στην Αθήνα χιλιάδες παιδιά και μεγαλύτεροι ξεχύθηκαν στους ασφάλτινους δρόμους έτοιμοι να διεκδικήσουν το αυτονόητο· την αξιοπρέπεια που το κράτος έκλεψε απ’ τους ελεύθερους ανθρώπους. Οι συγκρούσεις με την αστυνομία ήταν άγριες. Στήθηκαν φλεγόμενα οδοφράγματα και πυρπολήθηκαν δεκάδες δημόσια κτίρια, ανάμεσα τους και πολλές τράπεζες. Το κράτος δεν δίστασε εκείνη την ημέρα να δείξει για μιαν ακόμη φορά το δολοφονικό του πρόσωπο, καθώς ένα απ’ τα κάνιστρα δηλητηρίου, που συνήθιζε η αστυνομία να ρίχνει σε όσους αγωνίζονταν, βάζει φωτιά σε ένα κατάστημα, σκοτώνοντας τέσσερις ανθρώπους. Το κράτος δολοφόνος είχε κάνει πάλι… το νοσηρό του έργο».

Τα παιδιά τα κάλυψε για λίγο ένα πέπλο θλίψης. Ο Σιάθ το ψυχανεμίστηκε αμέσως και τους είπε: «καταλαβαίνω πως ίσως σας φέρνουν δάκρυα στα μάτια όλα αυτά, αλλά αυτή είναι η ιστορία των κοινωνικών αγώνων. Μια ιστορία με δάκρυα και χαμόγελα, αλλά πέρα για πέρα αληθινή. Μια αχτίδα ζωηρού φωτός στο ανήλιαγο σκοτάδι του κρατισμού και της λήθης».

«Η πόλη της Αθήνας λοιπόν…», συνέχισε κοιτάζοντας τον καπνό που δραπέτευε τούφες-τούφες απ’ την οπή στην κορυφή της σκηνής, «…ήταν εκείνη την μέρα ολόκληρη ένα φλεγόμενο οδόφραγμα». Ο Ταρού δεν έχασε στιγμή και ρώτησε «τί… τί είναι οδόφραγμα;» «Είναι ένα φλεγόμενο ανάχωμα αξιοπρέπειας ανάμεσα στο κράτος και τους αγωνιζόμενους ανθρώπους. Μια φωτιά τόσο αρχαία όσο και η θέληση των ανθρώπων για ζωή, γύρω απ’ την οποία ψιθυρίζονται όλες οι απολίτιστες αλήθειες. Ένα σύμβολο του αγώνα της μνήμης ενάντια στη λήθη. Αυτό θαρρώ πως λέγεται οδόφραγμα…» και κάνοντας μια μικρή παύση, έριξε άλλη μια γεμάτη αγκαλιά με νεκρά κλαδιά στην φωτιά που την δέχτηκε με ευγνωμοσύνη. «Οι οδομαχίες μαίνονταν όλη νύχτα. Ξηλώναμε πεζοδρόμια, πεζούλια και οτιδήποτε θα μπορούσε να μας φανεί χρήσιμο ως πολεμοφόδιο. Η νύχτα έμοιαζε μέρα απ’ τις φωτιές των πυρπολημένων κτιρίων. Γύρω μου άνθρωποι χαρούμενοι, με καλυμμένα τα πρόσωπα τους, ζέσταιναν τις καρδιές τους στην γοητεία των στιγμών. Όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα εκείνο το βράδυ…».

«Γνωρίζατε τους ανθρώπους που μοιραστήκατε όλα αυτά τα συναισθήματα;», ρώτησε το πιο μικροσκοπικό απ’ όλα τα παιδιά και χαμήλωσε άθελα του το βλέμμα, σαν να ρώτησε κάτι που δεν έπρεπε.

«Μα φυσικά και δεν τους γνώριζα προσωπικά. Οι πόλεις κατάπιναν τις ανθρώπινες σχέσεις, τα όμορφα συναισθήματα, την αγάπη για την ελευθερία. Γι’ αυτό αγωνίζονταν οι άνθρωποι. Ήμασταν όμως γνώριμοι στα όνειρά μας, εκεί που το κράτος ήταν μια παλιά, δυσάρεστη για όλους ιστορία και η ανθρωπότητα πορευόταν ελεύθερη προς την άναρχη κοινοτική ζωή. Αυτό που προσπαθούμε ακόμη και τώρα…».

«…Οι πέτρες λοιπόν όλο και λιγόστευαν μέχρι που στο τέλος μας απέμειναν μόνο οι πιο μικρές. Είχα μαζί μου αυτή την σφεντόνα…», και βγάζει από την τσέπη τού καφέ μάλλινου σακακιού του μια σφεντόνα, που φάνηκε στα παιδιά τόσο παλιά όσο και οι ιστορίες για το κράτος.

«Πω, πω… τι παράξενη σφεντόνα… είναι φτιαγμένη από διαφορετικό υλικό. Οι δικές μας είναι ξύλινες», είπε ζωηρά ο Ταρού.

«Ναι, είναι πλαστικό, ένα υλικό του πολιτισμού καθόλου φυσικό, που δεν υπάρχει πια, ευτυχώς δηλαδή!» και το χαρακτηριστικό του μειδίαμα εμφανίστηκε στο χλωμό του πρόσωπο. «Άρχισα να εκσφενδονίζω όσες απ’ τις μικρές πέτρες μπορούσα και το ίδιο έκαναν και άλλοι αγωνιζόμενοι άνθρωποι. Ένα βλέμμα ή ένα νεύμα ήταν πολλές φορές αρκετό για να καταλάβει ο ένας τον άλλον. Να συναισθανθεί με όλους κάθε αγωνία και κάθε φωτεινό όραμα που γεννούσαν τα γεγονότα στις ψυχές μας. Σε κάποιο σημείο της νύχτας δεν έβρισκα κανένα απολύτως πολεμοφόδιο για την σφεντόνα μου. Τότε σκέφτηκα το σιδερένιο δαχτυλίδι1 στο χέρι μου…». «Δεν μπορώ να θυμηθώ από πότε το φορούσα, ίσως και όλη μου τη ζωή. Ίσως και περισσότερο…. κανείς δεν ξέρει. Και λέω κανείς, διότι διαπίστωσα ξαφνικά πως δεν ήμουν ο μόνος που πέρασε όλη τη μέχρι τότε ζωή του με έναν σιδερένιο χαλκά στο χέρι. Όλοι γύρω μου προσπαθούσαν να το βγάλουν, κάτι που δεν φάνταζε διόλου εύκολο, αν αναλογιστεί κάνεις το πόσα χρόνια ήταν σφιχτά στο δάχτυλο μας. Με μια σίγουρη κίνηση και τον πόνο να μου αναμοχλεύει τα σωθικά, το ξεριζώνω και το οπλίζω στην σφεντόνα μου. Με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ ότι το ίδιο κάνουνε και οι σύντροφοι γύρω μου. Σε μια στιγμή, μια στιγμή που θα έκανε και την αιωνιότητα να διαρκεί όσο η φλόγα ενός σπίρτου, μια καταιγίδα από σιδερένια δαχτυλίδια έβαψε την νύχτα με τη φωνή της ελευθερίας… και εμείς υψώσαμε τα ματωμένα μας δάχτυλα σαν χαρούμενα παιδιά που παρατηρούν ένα θαύμα…».

«Έτσι, λοιπόν, απέχτησα αυτό το σημάδι. Το αποτύπωμα τής εξέγερσης του Γενάρη, όμως, μέσα μου παραμένει εξ ίσου ανεξίτηλο. Γιατί ήταν ακόμη ένα βήμα για την καταστροφή του κράτους, ακόμη ένα βήμα για την ελευθερία. Για έναν κόσμο δίχως εξουσία, δίχως πολιτισμό και πολιτική. Ελπίζω να απάντησα στην ερώτηση σου, Ταρού, και επίσης ελπίζω να μη σας κούρασα με τις φλυαρίες μου….».

«Όχι φυσικά, Σιάθ, ήταν υπέροχη η ιστορία σου! Όπως πάντα άλλωστε…» και του έκλεισε το μάτι για να γίνει πιο γλαφυρός. Το πρόσωπο του Σιάθ από χλωμό πήρε μια όψη ελαφρώς ερυθρή και γέλασε για να διασκεδάσει τν συστολή που του έφεραν τα εύσημα του Ταρού. «Να σε ρωτήσω και κάτι ακόμη;», πρόσθεσε ο Ταρού και πριν καλά-καλά ολοκληρώσει τη φράση του, η υπόλοιπη συντροφιά γύρισε προς το μέρος του και –το δίχως άλλο– στα μάτια τους μπορούσες να διακρίνεις το στομάχι τους να κρυφογουργουρίζει.

«Εντάξει, αρκεί η ερώτηση σου να μην αποζητά και εκτενή απάντηση» και κοίταξε με νόημα την ομήγυρη.

«Ήθελα να ρωτήσω, τι είναι πολιτική;».

«Α…, εντάξει εδώ η απάντηση είναι απλή, σύντομη και ξεκάθαρη: πολιτική είναι το να λες ψέματα. Να εξαπατάς τους άλλους ανθρώπους, να τους εκμεταλλεύεσαι με κάθε μέσο και τρόπο. Να τους εξευτελίζεις, να τους χειραγωγείς και στο τέλος να τους κάνεις να ξεχνάνε την αλήθεια και να θεωρούν ως πραγματικό αυτό που το κράτος τους επιβάλει ως μοναδική και αναμφισβήτητη «αλήθεια». Πολιτική και κράτος πάνε χέρι-χέρι».

«Κατάλαβα, ναι… ναι θυμάμαι και ο πολιτισμός είναι η σκοτεινή σκιά που γεννήθηκε στην πόλη… θυμάμαι την ιστορία για τις πόλεις που μας είχες διηγηθεί πριν τρία καλοκαίρια στο κυνήγι του λαγού. Ήμουν μικρός, αλλά θυμάμαι κάθε λέξη…».

«Ναι και τώρα… μεγάλωσες!» είπε το κοριτσάκι με τις αχνές φακίδες, ρίχνοντας λίγο χώμα στα αχυρένια του μαλλιά. Όλοι ξέσπασαν στα γέλια και περισσότερο απ’ όλους ο Ταρού που οι φακίδες της δεν τον άφηναν καθόλου αδιάφορο.

«Μήπως θέλετε να φάμε κάτι; Η συντροφιά του κυνηγιού μπορεί να έρθει με το πρώτο φως. Μη μείνουμε όλο το βράδυ νηστικοί. Τι λέτε;».

«Ναι, ναι! Ας φάμε!».

Το κορίτσι με τις φακίδες προχωρούσε και το μυαλό της βομβαρδιζόταν απ’ τις νέες λέξεις: «Ρολόγια, τράπεζες, κράτος, σχολείο, δάσκαλος, πολιτική, πολιτισμός, δικαστήρια, αστυνομία… παράξενες λέξεις, σα να μιλάνε για παλιούς ξεχασμένους εφιάλτες», σκέφτηκε, «φαντάσματα, πολλά φαντάσματα!»

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

————————

1 Οι σκλάβοι σε μεγάλο κομμάτι του αρχαίου κόσμου, ήταν υποχρεωμένοι απ’ τους εξουσιαστές να φορούν ένα σιδερένιο δαχτυλίδι. Το φαινόμενο συνεχίστηκε στους ρωμαϊκούς χρόνους, μέχρι και τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Συχνά δεν επιτρεπόταν στους συγγενείς του νεκρού σκλάβου να αφαιρέσουν το σιδερένιο δαχτυλίδι ούτε κατά την διάρκεια της νεκρικής φροντίδας. Στην αρχαία ελληνική μυθολογία ο Προμηθέας, μετά την απελευθέρωση του απ’ το μαρτύριο που του επέβαλαν οι θεοί, υποχρεώθηκε από τον Δία να φοράει ένα σιδερένιο δαχτυλίδι ως σύμβολο πλήρους υποταγής.

Κανένα σχόλιο