Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πηγή: Parabellum


Κοινωνία

Η μαζική κοινωνία είναι μια αναγκαστική συνθήκη που, επιβλήθηκε στα άτομα και τις ομαδοποιήσεις τους, ώστε να είναι εφικτή η ύπαρξη ιεραρχημένων συγκεντρωτικών εξουσιαστικών δομών. Αυτή η επιβολή είναι κατ’ ουσίαν βίαια, είτε είναι αποτέλεσμα ενός πολέμου είτε είναι αποτέλεσμα αναγκαστικής ενσωμάτωσης για να καλυφθούν οι βασικές ανάγκες διαβίωσης.

Η καινοτομία του καπιταλισμού είναι το γεγονός ότι δημιούργησε ένα αχανές πλέγμα κοινωνικών ρόλων και ταυτοτήτων, διαποτισμένο πέρα ως πέρα με το εξουσιαστικό δηλητήριο, δένοντας με σχέσεις εξάρτησης όλους τους υπηκόους του. Αυτό το πλέγμα αποτελεί τη θλιβερή σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Είναι εξαιρετικά απλοϊκό να θεωρούμε κοινωνία απλά τη συνύπαρξη ανθρώπων στο ίδιο μέρος χωρίς να μελετούμε ποιο είναι το συνθετικό υλικό  που τους κρατάει “ενωμένους”. Αυτό το μόρφωμα εξυπηρετεί τους σκοπούς της εκάστοτε κυριαρχίας. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι ο καπιταλισμός με τους αιώνες δημιούργησε την κοινωνία με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες του. Οι συμπεριφορές, οι ρόλοι, τα ιδεολογήματα, οι αντιλήψεις και οι ταυτότητες  της εξουσίας είναι τα οικοδομικά της υλικά. Στο κοινωνικό πλαίσιο, η έννοια της ολοκληρωμένης ατομικότητας είναι ανύπαρκτη. Το άτομο ακόμα και αν καταφέρει να δημιουργήσει, με όπλο την άρνηση, μια ως ένα βαθμό ανεξάρτητη συνείδηση, αδυνατεί να προχωρήσει αυτή τη διαδικασία ως το τέρμα της καθώς βρίσκει μπροστά του τα πολλαπλά εμπόδια των προαναφερόμενων κοινωνικών θεσμίσεων. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την κοινωνία με μια εργοστασιακή γραμμή παραγωγής. Στην αφετηρία της βρίσκεται ένα τεράστιο χωνευτήριο, στο οποίο εισάγεται ο άνθρωπος κατά τη γέννηση του και μέσα από μια διαδικασία που περιλαμβάνει την οικογένεια, την εκπαίδευση, τη διαφόρων μορφών κοινωνικοποίηση κλπ. απογυμνώνεται από οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί “δικό του” και εντάσσεται στα διάφορα κουτάκια που έχει προετοιμάσει το σύστημα για αυτόν. Και αυτή η γραμμή παραγωγής του κοινωνικού εργοστασίου δεν έχει τέλος. Το άτομο-προϊόν προστίθεται στη μηχανή ως εξάρτημα και συμμετέχει στην αναπαραγωγή του κοινωνικού τέρατος μέχρι να είναι πλέον άχρηστο ή μέχρι το ίδιο να απαρνηθεί τη θέση του και να κινηθεί εναντίον της μηχανής. Θεωρώ λοιπόν πως η άρνηση και η μετατροπή επιμέρους χαρακτηριστικών της κοινωνίας συνιστά επιμέρους άρνηση και μεταρρύθμιση του κρατικοκαπιταλιστικού συμπλέγματος.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο έγκειται η διαφωνία με αρκετές από τις άλλες αναρχικές τάσεις. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η κοινωνία έχει δημιουργηθεί για να λειτουργεί με αυτούς τους όρους. Το “να φτιάξουμε μια άλλη κοινωνία” είναι ουσιαστικά ταυτόσημο με τη μαρξιστική χίμαιρα περί της οικοδόμησης ενός “άλλου εργατικού κράτους”. Η αναρχία, ως μήτρα απόλυτης ελευθερίας, είναι αντικοινωνική κατάσταση. Οι εκάστοτε κοινωνικοί νόμοι,  κανόνες και θεσμοί (επίσημοι ή άτυποι) καταπιέζουν το άτομο, επομένως η αναρχία ως βίωμα εντός της κοινωνίας είναι αδύνατη. Τα άτομα αδυνατούν να διαμορφώσουν και να διαλύσουν συλλογικότητες κατά βούληση αφού οποιαδήποτε συλλογικοποίηση εντός  κοινωνίας δένει τους συμμετέχοντες με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω. Ένα κομμουνιστικοποιημένο εργοστάσιο, παραμένει εργοστάσιο. Όσο και να μεταρρυθμίσει την εσωτερική του λειτουργία έχει φτιαχτεί αφενός για να λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο και αφετέρου για να συνδέεται με την υπόλοιπη κοινωνία με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να αναπαράγεται αναγκαστικά ο ρόλος του εργάτη και του καταναλωτή. Επομένως η αναρχική αντικοινωνική κριτική συνιστά μια διακήρυξη ανεξαρτησίας της εξεγερμένης ατομικότητας από τα δεσμά της κοινωνίας. Δεν είναι ένα σχέδιο αλλά μια κήρυξη πολέμου. Δε στοχεύει μια άλλη κοινωνία, αλλά τη καταστροφή της και το “άνοιγμα” της δυνατότητας, στο τώρα και στο μέλλον, της αυτοπραγμάτωσης των ελεύθερων ατόμων και του πειραματισμού τους με σχέσεις βασισμένες στις επιλογές και τις επιθυμίες τους, με μόνο όριο τις δυνατότητες τους.

Πόλη

Η πόλη είναι το “κτίριο” που στεγάζεται το κοινωνικό εργοστάσιο. Έχει κατασκευαστεί ως μια απέραντη φυλακή, μια αχανής αποθήκη γραναζιών της κοινωνικής μηχανής. Δεν είναι σε καμία περίπτωση ένας τόπος και τρόπος συλλογικής διαβίωσης στον οποίον αναγκαστικά θα έφταναν οι άνθρωποι ούτως ή άλλως, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι κάθε είδους ντεντερμινιστές. Είναι φτιαγμένη στα πρότυπα κάλυψης των αναγκών της παραγωγής, της κατανάλωσης και της επιτήρησης της μαζικής κοινωνίας. Κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού της εικόνας της αποτελεί μεταρρυθμιστικό (άρα όχι επαναστατικό) στόχο. Ένα πάρκο στην τσιμεντούπολη μοιάζει με ένα πάρκο στο προαύλιο των φυλακών. Μπορεί ο κρατούμενος να νιώθει καλύτερα αλλά συνεχίζει να είναι κρατούμενος, η αίσθηση του για την πραγματικότητα θολώνει, απομακρύνοντάς τον από τη συνειδητοποίησης της πραγματικής του κατάστασης.

Κανένα στοιχείο της πόλης δεν ανήκει στην εξεγερμένη ατομικότητα. Κάθε στενό, κάθε τοίχος, κάθε πλατεία είναι υπενθύμιση ότι είναι ένα άγριο ζώο φυλακισμένο σε κλουβί. Και λίγη σημασία έχει για το αγρίμι αν αποφασίζει το ίδιο για τη διαρρύθμιση ή την καθαριότητα του κλουβιού του ή κάποιος άλλος. Μια κατάληψη  πρέπει να νοείται μονάχα ως ένα μέρος που προπαρασκευάζεται πολύμορφα η επίθεση στο υπάρχον, ένα καταφύγιο των εξεγερμένων, όχι το “σπίτι” τους. Μια επιθετική διαδήλωση μπορεί να νοείται μονάχα ως μια καταιγίδα φωτιάς και όχι ως “πάρσιμο των δρόμων”. Όπως μέσα στην κοινωνία έτσι και μέσα στην πόλη, ο Εξεγερμένος ζει μονάχα για να την καταστρέψει και όχι για να τη μετασχηματίσει ή να την κάνει δική του.

Πολιτισμός: Επιστήμη, Βιομηχανία, Τεχνολογία

Υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το τι εστί πολιτισμός. Λαμβάνοντας ως βάση και αφετηρία του συλλογισμού μου τον ορισμό του πολιτισμού ως το σύνολο των υλικών και πνευματικών επιτευγμάτων που ο άνθρωπος διαμόρφωσε από τη στιγμή που άρχισε να συμβιώνει στα πλαίσια μαζικών κοινωνιών και εντός των πόλεων, κάνω μια απόπειρα αποδόμησης του και ένταξής του στο στόχαστρο της διαρκούς αναρχικής εξέγερσης.

Η κριτική στον πολιτισμό είναι ουσιαστικά η κριτική στο ιδεολόγημα της προόδου. Θα θεωρούσε κανείς πως μετά από τόσους αιώνες επιστημονικής και τεχνολογικής “εξέλιξης”, τουλάχιστον οι αναρχικοί θα είχαν καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Είναι αφελές να θεωρεί κάποιος πως η σύγχρονη επιστήμη και  τεχνολογία ακολουθούν μια ανεξάρτητη πορεία προς τη γνώση και προς το συμφέρον του ανθρώπου. Πρώτον, επειδή η ανθρωπότητα ως σύνολο είναι κάτι τελείως επίπλαστο, επομένως τα “κοινά” χαρακτηριστικά και άρα και οι “κοινές” ανάγκες, που μοιράζονται οι άνθρωποι, με εξαίρεση τα βιολογικά χαρακτηριστικά, είναι κατασκευασμένα. Όλως τυχαίως η επιστήμη και η τεχνολογία είναι αποκλειστικό προϊόν του δυτικού κόσμου και επιβάλλεται στους “υποανάπτυκτους”  δια πυρός και σιδήρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός πως η αγορά κινητής τηλεφωνίας είναι πλέον προσανατολισμένη στις χώρες της Αφρικής και όχι στην κορεσμένη Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Αποφάσισαν οι Αφρικανοί πως εν μέσω λοιμών, ξηρασίας και εμφυλίων πολέμων χρειάζονται κινητά; Μάλλον όχι. Πρέπει όμως να χωρέσουν στην πολιτισμένη ανθρωπότητα γιατί έτσι βολεύει τους εταιρικούς κολοσσούς. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί το εξής απλό: Πόσα από τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα που γνωρίζουμε θα υπήρχαν χωρίς τη λογική του κέρδους και τη λογική της διατήρησης της μαζικής κοινωνίας ως πηγής κέρδους και εξουσίας;

Ακόμα πρέπει να γίνει αντιληπτό πως δε γεννούν οι πραγματικές μας ανάγκες τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα αλλά το αντίστροφο. Τα προϊόντα αυτής της διαδικασίας πρέπει να πωληθούν για να έχει νόημα η παραγωγή τους. Επομένως, οι υποτιθέμενες ανάγκες μας, είναι ουσιαστικά απάτη, τίποτα άλλο από μια κατασκευασμένη αγορά στην οποία ο καπιταλισμός διοχετεύει τα προϊόντα του και οι σκλάβοι τα καταναλώνουν νομίζοντας ότι είναι και κερδισμένοι, όπως οι ηλίθιες φάτσες που  χαμογελούν στις διαφημίσεις.

Εκτός από το οικονομικό σκέλος, αυτό που συχνά παραβλέπεται είναι η συστημική αξία της επιστήμης και της τεχνολογίας στο πεδίο της εξουσίας. Η επιστημονικοποίηση της γνώσης την κατατεμαχίζει και απομονώνει τα κομμάτια της από το όλον. Η ικανοποίηση της περιέργειας του ανθρώπου σχετικά με τον κόσμο που τον περιβάλλει αντί να είναι ένα παιχνίδι αλληλεπίδρασης με τη φύση και τη νόηση, είναι μια ανιαρή και μεθοδευμένη “επιστημονική έρευνα”, μια στείρα καταγραφή στοιχείων και μια βαρετή επανάληψη πειραμάτων σε υπόγεια εργαστήρια, με στόχο την κωδικοποίηση της γνώσης με τρόπο που να βολεύει την εξουσία και να ενισχύει τον τεχνολογικό της βραχίονα. Δεν υπάρχει ούτε ένας επιστημονικός και τεχνολογικός κλάδος, από την κοινωνιολογία και την ιατρική μέχρι την πληροφορική και τη νανοτεχνολογία, που να μην αναπτύσσεται στη λογική της κερδοφορίας, της επιτήρησης και της καταστολής. Δεν είναι τυχαίο που οι “μεγάλες¨ ανακαλύψεις γίνονται από επιστήμονες που χρηματοδοτούνται από μεγάλες εταιρίες και από το στρατό.

Όσο για τη βιομηχανία, εκεί τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Η βιομηχανία είναι απαραίτητη για τη μαζική παραγωγή των καπιταλιστικών εμπορευμάτων και έχει δομηθεί αποκλειστικά με αυτόν το στόχο. Εντός της αναπαράγεται όλη η λογική του κεφαλαίου και της εξουσίας. Ιεραρχία, πειθαρχεία, εκμηδένιση της ατομικότητας, καταμερισμός της εργασίας, ανία, εργατική ηθική. Παράλληλα, απαιτείται η πραγμοποίηση της φύσης και η μετατροπή της σε μια αποθήκη έμψυχων και άψυχων πρώτων υλών. Το άτομο υποβαθμίζεται σε εργάτη, ένα εξάρτημα της βιομηχανικής μηχανής που σε αρκετές περιπτώσεις έχει λιγότερη αξία από το προϊόν που παράγει. Έτσι, μια πανάκριβη γούνα έχει μεγαλύτερη αξία από τα εκατοντάδες σφαγμένα άγρια ζώα που απαιτούνται για την κατασκευή της και από τους εργάτες* που εργάζονται για να παραχθεί. Ένα αυτοκίνητο έχει μεγαλύτερη αξία από το φυσικό τοπίο που καταστρέφουν τα ορυχεία μετάλλου και από τους σκλάβους στα κάτεργα των αυτοκινητοβιομηχανιών. Να σημειώσω εδώ πως είναι απορίας άξιον πως κάποιοι σύντροφοι απαιτούν να αντλείται “ταξική περηφάνια” από αυτήν την εξαχρειωτική και εξευτελιστική κατάσταση στην οποία φέρνει το άτομο ο βιομηχανικός πολιτισμός.

Η αναρχική εμπλοκή

Αυτό το τερατούργημα, λοιπόν, που δημιουργείται από τη σύνθεση της επιστήμης, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας καλούμαστε να το αυτοδιαχειριστούμε, να βρούμε την “καλή” του πλευρά, να το “στρέψουμε προς το συμφέρον των μαζών”. Χίμαιρα και έγκλημα μαζί.

Είναι παντελώς αδύνατο να χειριστείς αυτό το σύμπλεγμα απελευθερωτικά, όπως είναι αδύνατο να καρφώσεις ένα καρφί με κατσαβίδι. Κοιτώντας τα πράγματα ψύχραιμα, χωρίς τις εξάρσεις που προκαλούνται από τα ακατανόητα flash-back εικόνων από την Ισπανία του ’36, μπορεί να αντιληφθεί ο καθένας πως στο σήμερα (αν όχι διαχρονικά) η διατήρηση ενός από τα στοιχεία του κρατικοκαπιταλιστικού συμπλέγματος σημαίνει την αποδοχή του όλου.

Το σύστημα έχει διαρθρωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα του κομμάτι να συμπληρώνει το άλλο. Δεν υπάρχει βιομηχανία χωρίς εργάτες, χωρίς τεχνολογία και χωρίς βιασμό της φύσης. Δεν υπάρχει τεχνολογία χωρίς επιστήμη και δεν υπάρχει επιστήμη χωρίς κωδικοποιημένη γνώση και ψυχρή ωφελιμιστική ηθική. Χωρίς μαζική βιομηχανική παραγωγή δεν υπάρχει μαζική κατανάλωση και εργασία και χωρίς αυτά δεν υπάρχει μαζική κοινωνία. Τέλος χωρίς μαζική κοινωνία δεν υπάρχει κράτος και καπιταλισμός. Προκαλώ οποιονδήποτε να φέρει ένα παράδειγμα που μπορεί να απομονώσει το ένα από τα άλλα διατηρώντας παράλληλα τα πλαίσια της μαζικής κοινωνίας και που ταυτόχρονα κινείται σε μια απελευθερωτική αναρχική οπτική. Κανένα μοντέλο από το αναρχοκομμουνιστικό των Μαχνοβιτών και των οπαδών του Κροπότκιν, μέχρι τον κολεκτιβισμό στην Ισπανία και τον “σε ισορροπία με τη φύση” κομμουναλισμό του Μπούκτσιν δε μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.

Η αναρχική μηδενιστική οπτική

Και φτάνουμε στη γνωστή ερώτηση: Που μας οδηγεί και τι προτείνει αυτός ο μηδενισμός; Τίποτα δεν προτείνει. Ο αναρχικός μηδενισμός δεν κινείται σε αυτήν τη λογική ούτε θέλει να γίνει “κυρίαρχη τάση”, προσφέροντας μια “ρεαλιστική” εναλλακτική. Είναι μια ολιστική άρνηση του υπάρχοντος χωρίς εκπτώσεις, που αφαιρεί τις παρωπίδες που αναγκαστικά μας φοράει η λογική της “κοινωνικής αλλαγής” και μας κάνει να κοιτάζουμε κατάματα ολόκληρο το τέρας. Ως εκ τούτου, ο μηδενιστής δε νιώθει την ανάγκη να προτείνει ένα μελλοντικό παράδεισο ευημερίας. Το ζήτημα δεν είναι η χάραξη ενός προγράμματος για το αύριο αλλά η εμπέδωση μιας λογικής για το πώς μπορεί να υπάρξει το παρόν και το μέλλον με αναρχικούς όρους. Για μένα, ο αναρχικός ατομικισμός και μηδενισμός είναι έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες και αδιαχώριστες επομένως, το σήμερα και το αύριο είναι ένα παιχνίδι στο οποίο η εξεγερμένη ατομικότητα πειραματίζεται με βάση το μηδέν, χωρίς συνταγές και έτοιμες λύσεις. Ο μηδενιστής δεν είναι επιστήμονας. Τον ενδιαφέρει το πείραμα και όχι το αποτέλεσμα. Ο αναρχικός μηδενισμός είναι πάνω από όλα άρνηση κάθε σταθεράς και ένα πρόταγμα επίθεσης στο τώρα εναντίον όλων αυτών που συνιστούν την κυριαρχία.

 Αντί επιλόγου

Στο περιθώριο αυτής της ανάλυσης, θέλω να απαντήσω σε ένα βλακώδες ερώτημα που διαισθάνομαι πως θα τεθεί για ακόμα μια φορά, λόγω της έλλειψης ουσιαστικών αντεπιχειρημάτων. Γιατί οι αρνητές του πολιτισμού και της κοινωνίας χρησιμοποιούν τα προϊόντα του πρώτου και ζουν στη συνθήκη της δεύτερης.

Θα μπορούσα να το αντιστρέψω και να διερωτηθώ π.χ. γιατί οι πολέμιοι της μισθωτής εργασίας εργάζονται αλλά σαν επιχείρημα θα ήταν εξίσου βλακώδες. Ως μηδενιστής, λοιπόν, προτίθεμαι να χρησιμοποιήσω τον τελειότερο ηλεκτρονικό υπολογιστή αν με βοηθάει να διατυπώσω το λόγο μου, το πιο εξελιγμένο όπλο αν με διευκολύνει στο στόχο μου, το τελειότερο φάρμακο αν μπορεί να με διατηρήσει ή να με επαναφέρει σε κατάσταση που μπορώ να είμαι ικανός να πολεμήσω. Επίσης, θα ζήσω και στη χειρότερη βρωμότρυπα της μητρόπολης αν με διευκολύνει στη μάχη μου, θα συναναστραφώ και το χειρότερο σκουπίδι αν μπορώ να αποσπάσω κάτι χρήσιμο από αυτό. Το μόνο όριο που βάζω στον εαυτό μου είναι το δικό μου όριο και η πραγματοποίηση του στόχου μου. Ως ατομικιστής, με ενδιαφέρει να πραγματώνω ταυτόχρονα όσο καλύτερα το Εγώ μου, πράγμα που είναι και η αφετηρία της δράσης μου. Και πάνω σε αυτό, οι ηθικές επιταγές της μάζας και των αφεντικών της μου είναι παγερά αδιάφορες, όπως αδιάφορες μου είναι και οι δήθεν “συντροφικές” συμβουλές.

Υποσημειώσεις:

1. Βρίσκομαι έτη φωτός μακριά από τη λογική που δικαιολογεί κάθε πράξη που γίνεται στο πλαίσιο της εργασίας. Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι ολοκληρωμένο ον, δεν είναι άλλος με τα ρούχα της δουλειάς και άλλος με τις παντόφλες στο σπίτι. Οποιοσδήποτε δέχεται να εξαχρειώνεται και να καταπιέζει για “να βγαίνει το μεροκάματο” πρέπει να λαμβάνει εκτός από το μεροκάματο, και ό,τι άλλο αναλογεί στο σιχαμερό είδος του. Αυτό το σχόλιο αφορά και την πρόσφατη περίπτωση που ο θάνατος ενός “φουκαρά” σεκιουριτά συμψηφίστηκε από κάποιους με τις υπόλοιπες εργατικές δολοφονίες…



Τι θα γίνει;

Αποκλεισμός της Επιθεώρησης Μεταλλείων Βορείου Ελλάδος, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης

Γιατί ακόμα μία δράση;

Γιατί θεωρούμε σημαντικό το να διατηρούμε το ζήτημα ανοιχτό στην πόλη και να προάγουμε την ενημέρωση σχετικά με αυτό σε κομμάτια του πληθυσμού που παραμένουν χωρίς πληροφόριση, ή έχουν παραπληροφορηθεί από τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Επιπλέον, επιδιώκουμε οι δράσεις ενάντια στο χρυσό θάνατο να πλαισιώνονται από ολοένα και περισσότερα τμήματα της κοινωνίας, εξ ου και επιλέγουμε να καλούμε δημόσια και αποτρέποντας έτσι οποιεσδήποτε λογικές ανάθεσης ή πρωτοπορείας.

Γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη ημερομηνία;

Στις 6/2 θα πραγματοποιηθούν εκδηλώσεις σε διάφορες πόλεις της Ρουμανίας, όπου, παρά τις ασύλλυπτα καταστροφικές συνέπειες που είχε το ατύχημα στο μεταλλείο της Baia Mare στην ίδια χώρα πριν λίγα χρόνια, σχεδιάζονται αντίστοιχες μεταλλευτικές δραστηριότητες, σε δύο περιοχές, στη Rosia Montana και στο Certej, στο οποίο μάλιστα το έργο το έχει αναλάβει η ίδια εταιρία, η μητρική της Ελληνικός Χρυσός, Eldorado Gold Corp. Εδώ και αρκετούς μήνες το Ανοιχτό Συντονιστικό Θεσσαλονίκης ενάντια στα μεταλλεία χρυσού βρίσκεται σε δικτύωση και συντονισμό με αγωνιζόμενες και αγωνιζόμενους ενάντια στα μεταλλεία χρυσού στη Ρουμανία, οι οποίες/οι έχουν ήδη σταθεί αλληλέγγυες/οι σε αντίστοιχες δικές μας δράσεις στο παρελθόν. Για τις 6/2 λοιπόν, η αφορμή δόθηκε από αίτημά τους για στήριξη των δικών τους εκδηλώσεων

Γιατί επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος στόχος;

Η Επιθεώρηση Μεταλλείων αποτελεί μια από τις αυτοτελείς οργανικές μονάδες του ΥΠΕΚΑ και είναι υπεύθυνη για τη συστηματική παρακολούθηση του έργου και τον έλεγχο της τήρησης των τεθέντων όρων, με σκοπό τη διασφάλιση του φυσικού περιβάλλοντος. Στις αρμοδιότητές της περιλαμβάνεται η γνωμοδότηση για τη χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης μεταλλείων, η χορήγηση αδειών και η επιβολή κυρώσεων. Η εν λόγω υπηρεσία έχει ήδη εμπλακεί στο ζήτημα στο παρελθόν (για παράδειγμα υπήρξε ένας από τους δύο βασικούς παραλήπτες – ο άλλος ήταν η ίδια η Ελληνικός Χρυσός – της απόφασης του ΥΠΕΚΑ για έγκριση της τεχνικής μελέτης των υποέργων στις Σκουριές και στην Ολυμπιάδα). Επιπλέον, αναμένεται να εμπλακεί πολύ περισσότερο προσεχώς, στην περίπτωση που η υλοποίηση του έργου λάβει πραγματικές διαστάσεις.

Με δεδομένα τα παραπάνω, σας καλούμε να πλαισιώσετε τον αποκλεισμό της επιθεώρησης μεταλλείων την Τετάρτη 6/2 (συγκέντρωση στις 12μμ στην Πύλη 1 του Λιμανιού της Θεσσαλονίκης, δείτε συνημμένη αφίσα). Έχει ήδη πραγματοποιηθεί μια πρώτη διευρυμένη συνέλευση με σκοπό τον σχεδιασμό της εν λόγω δράσης, την προηγούμενη Δευτέρα 28/1. Προκειμένου να προσδιορίσουμε όσο το δυνατόν συλλογικότερα τον σχεδιασμό της δράσης, σας καλούμε στην επόμενη διευρυμένη συνέλευση, που θα πραγματοποιηθεί την επόμενη Δευτέρα, 4/2 στις 7μμ, στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ.

Ανοιχτό Συντονιστικό Θεσσαλονίκης ενάντια στα μεταλλεία χρυσού




Πηγή: Anarchy Press 



ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ,
ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΕΛΛΕΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ

Οι ανθρώπινες σκιές που σέρνονται από πιάτσα σε πιάτσα, οι αποστεωμένες φιγούρες, που κοκαλώνουν σε κάποιο παγκάκι ή στα «υποβαθμισμένα» στενά του λεγόμενου ιστορικού κέντρου της Αθήνας, οι χιλιάδες «καταραμένοι», που λόγω της φτώχιας θα ζητιανέψουν για την δόση τους ή θα κλέψουν, πληθαίνουν συνεχώς.

Είναι γεγονός πέρα από κάθε αμφιβολία ότι το κράτος εδώ και καιρό δεν διαχειρίζεται μόνο τη διατήρηση αυτής της κατάστασης, αλλά και τους όρους μιας άνευ προηγούμενου εξάπλωσής της. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση συντείνουν τόσο η εξασφάλιση της σιωπής, όσο και η μετατόπιση του «ενδιαφέροντος» στις «παρενέργειες» της παρουσίας πλήθους τοξικοεξαρτημένων στο λεγόμενο ιστορικό κέντρο της πόλης.

Έτσι, οι πάνω από 300 νεκροί από ηρωίνη τον χρόνο δεν απασχολούν καν τα μονόστηλα των εφημερίδων, ενώ το «θέμα» φαίνεται ότι έχει χαρακτηριστεί ως «απαγορευμένο» ακόμα και για την «πιάτσα» των «ειδημόνων». Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς, γιατί απουσιάζουν εκκωφαντικά αφίσες ενάντια στην νάρκωση και την εξάρτηση από κάθε λογής ουσίες, ή που σπανίζουν τα σποτάκια στην τηλεόραση σε σχέση με το «ζήτημα» και δεν θα αντιληφθεί κανενός είδους συστηματική προσπάθεια να αναδειχθεί το μέγεθος και οι επιπτώσεις αυτού του πραγματικού πολέμου με «θύματα» εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.

Αδικούμε όμως ορισμένους.

Πρόκειται για τους πάσης φύσεως διαφημιστές της χρήσης ουσιών που επαναλαμβάνουν μονότονα το ίδιο και το ίδιο τροπάρι περί «ελεύθερης επιλογής», περί χρήσης και όχι κατάχρησης, περί «κοινωνικής αναγκαιότητας» της αποποινικοποίησης και του διαχωρισμού «σκληρών» και «μαλακών» ναρκωτικών. Αδικούμε τους «εισαγγελείς» που καταδικάζουν όποιον παραβιάζει τα επίσημα κυκλώματα διακίνησης κι εμπορίας ουσιών νάρκωσης και «διέγερσης», ενώ βγαίνουν ευχαριστημένοι από ένα θέατρο ή κέντρο διασκέδασης, όπου οι χρήστες «ευγενών» ουσιών προσφέρουν στο φιλοθεάμον κοινό ένα πλούσιο «καλλιτεχνικό» πρόγραμμα.

Αδικούμε αυτούς που μιλούν ενάντια στην πρέζα την ίδια στιγμή που λανσάρεται η χρήση κοκαΐνης, του «χόρτου», των χαπιών αλλά και πάσης φύσεως αλκοολούχων στα πλαίσια του life style ή της προσπάθειας υπεκφυγής των σκληρών και καταπιεστικών συνθηκών «ζωής». Αυτές οι συνθήκες, όσο χειροτερεύουν μέσα από το «βάθεμα της κρίσης» τόσο ωθούν ανθρώπους στη χρήση ουσιών.

Όμως η αλήθεια είναι πως ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΒΑΘΑΙΝΕΙ Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΣΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΚΟΚΑ, ΑΛΚΟΟΛ Ή ΚΑΙ ΧΑΣΙΣΙ!

Διάφορα επιχειρήματα χρησιμοποιούνται συχνά και από «επιφανείς» εκπροσώπους κομμάτων, που παρουσιάζονται έτοιμοι να συζητήσουν «λύσεις» προς την κατεύθυνση της «ελεύθερης επιλογής» και του διαχωρισμού των ουσιών σε «σκληρές» και «μαλακές».

Θα το επαναλάβουμε για μιαν ακόμη φορά. Είναι αλήθεια ότι η ποινική μεταχείριση που επιφυλάσσει το κράτος και οι μηχανισμοί του στους τοξικοεξαρτημένους, που φυλακίζονται κυρίως για μικροκλοπές μεγαλώνει τον εφιάλτη τους. Είναι αλήθεια ότι η πρέζα δεν έλλειψε ποτέ στους έγκλειστους των κολαστηρίων, ούτε τα ψυχοφάρμακα που μοιράζονται με την σέσουλα στα ψυχιατρεία των φυλακών για να διατηρείται η τάξη και η ηρεμία στα κρατικά μπουντρούμια. Άλλο τόσο, όμως, είναι αλήθεια ότι το να διαπραγματεύεται κάποιος με το κράτος τα όρια της νομιμότητας της κατανάλωσης ναρκωτικών ουσιών σημαίνει συμμετοχή στην διαχείριση του προβλήματος.

Εκτός αν νομίζει κανείς ότι οι εξουσιαστές μετανιωμένοι για τις ευθύνες τους είναι έτοιμοι να επανορθώσουν. Εκτός και αν πιστεύει κανείς ότι έχει πάψει να αποτελεί κοινωνική πεποίθηση ότι οι μπάτσοι ελέγχουν την διακίνηση των ναρκωτικών και ότι το κράτος και οι συνθήκες καταπίεσης και εκμετάλλευσης σπρώχνουν ολοένα και περισσότερους ανθρώπους στην εξαθλίωση μέσω της εξάρτησης από διάφορες ουσίες.

Θα το επαναλάβουμε.

Το κράτος και οι μηχανισμοί του ήταν και παραμένουν πρόθυμοι να αποκτήσουν συνενόχους σε κάθε τους έγκλημα. Είναι έτοιμοι να δεχθούν κάθε πρόταση και ιδέα για την ρύθμιση μιας «ανυπόφορης» κατάστασης. Άλλωστε οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι σαν το λάστιχο. Μπορεί κάποιος να ζητήσει να τεντώσουν λίγο παραπάνω. Φθάνει να μην σπάσουν. Φθάνει κανείς να τους αναγνωρίζει. Να ζητά την βελτίωση των κακώς κειμένων. Φθάνει για να κερδίσει «κάτι» παραπάνω να δίνει άλλοθι στον εξουσιαστικό συρφετό.

Εκτός αυτού, όμως, στην κυριολεξία παραβιάζουν ανοικτά «παράθυρα» όσοι διεκδικούν από το κράτος να προχωρήσει στις περιβόητες αντιαπαγορευτικές πολιτικές. Οι εξουσιαστές έχουν αποδείξει τις ικανότητές τους να εμφανίζουν τις ήδη ειλημμένες αποφάσεις τους ως κοινωνικά αιτήματα, τα οποία δήθεν ενστερνίζονται ύστερα από διεκδικητικές πιέσεις. Το παραμύθι είναι παλιό, γνωστό και δοκιμασμένο. Ειδικά σε περιόδους «κρίσεων», καταρράκωσης των αυταπατών περί «κεκτημένων» εργασιακών ή άλλων. Ειδικά σε κοινωνικούς χώρους όπου με εκκωφαντικό τρόπο έχει καταγραφεί η κοινωνική ανυποταξία. Και ακόμα περισσότερο όταν ένα πλήθος νέων ανθρώπων παραμένει σταθερά μακριά από κάθε κόμμα με συνειδητά στραμμένη την πλάτη στην πολιτική.

Το ζήτημα, λοιπόν, για τους αναρχικούς δεν είναι να προτείνουν τρόπους, ώστε να εξωραϊστεί η «προβληματική» εικόνα χιλιάδων κολασμένων, που περιφέρονται στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, ανάμεσα τους και πλήθος μεταναστών. Το ζήτημα για τους αναρχικούς δεν είναι να βρουν τρόπους να συνταχθούν ουσιαστικά με τις εξουσιαστικές λογικές αγωνιζόμενοι για «καθαρές» πλατείες και μάλιστα «ιστορικές», την ίδια στιγμή που δημαρχαίοι, ιδιοκτήτες ακινήτων, μεγαλοεργολάβοι και κάθε είδους επίδοξοι αναπλάστες υπερασπίζονται τα ιερά και τα όσια μιας άλλης «ιστορικότητας», αυτής του κέντρου της Αθήνας.

Και όμως η πραγματικότητα είναι τόσο γυμνή. Ένας πραγματικός στρατός από κάθε είδους αστυνομικές δυνάμεις ελέγχει ολοένα και πιο ασφυκτικά «ιστορικά» κέντρα και πλατείες. Ελέγχει τη διακίνηση ουσιών, ορίζει και μετακινεί πιάτσες τοξικοεξαρτημένων, αλλά και πιάτσες σωματεμπορίας. Ως εκ τούτου παραμένει το μεγάλο αφεντικό, που μπορεί να κάνει τα «στραβά μάτια» όταν θέλει, όπου θέλει και με όποιους όρους θέτει κάθε φορά. Ως εκ τούτου οι επιχειρήσεις «σκούπα» αναδεικνύουν τις εξουσιαστικές «αρετές» και μόνο αυτές.

Για εμάς οι τοξικοεξαρτημένοι δεν είναι μιάσματα, δεν είναι ανθρώπινα «απόβλητα», ούτε άρρωστοι, ούτε εγκληματίες. Γιατί πιστεύουμε ότι ακόμα και μέσα από τα ανθρώπινα πολλές φορές συντρίμμια μπορεί να ορθωθεί η αξιοπρέπεια. Γιατί δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε τους τοξικοεξαρτημένους ούτε να τους χαρακτηρίσουμε ως «τελειωμένους».

Κάθε είδους ανοχή στην νάρκωση και την εξάρτηση από ουσίες δεν μπορεί παρά να είναι ασυμβίβαστη με τον αγώνα για την ελευθερία και την αναρχία.

Ο αγώνας ενάντια σε κράτος και εξουσία είναι και αγώνας ενάντια σε κάθε είδους νάρκωση, εξάρτηση και καταστολή.


(Δημοσιεύτηκε από Συσπείρωση Αναρχικών)

Το ακόλουθο γραπτό είναι μια μετάφραση ενός κομματιού από το βιβλίο της CrimethInc. Ex-Workers Collective, 'Days of War, Nights of Love', σελ. 124. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι παρμένο από το σημείο του βιβλίου για την υγιεινή, και συγκεκριμένα παρατίθενται οχτώ λόγοι για τους οποίους οι καπιταλιστές θέλουν να σου πουλήσουν αποσμητικό. Φυσικά και είναι γραμμένο με χιούμορ, κυνικότητα και ειρωνεία προς την υγιεινή, την ιδέα του καθαρού και της τυποποιημένης ομορφιάς που προωθεί το σύστημα. Η μετάφραση έγινε από εμάς. 


1. Οι μυρωδιές του σώματος είναι ερωτικές και σεξουαλικές. Στους καπιταλιστές δεν αρέσει αυτό γιατί είναι ανίκανοι και αντίθετοι προς όλες τις εκδηλώσεις του αισθησιασμού και της σεξουαλικότητας. Οι σεξουαλικά άγρυπνοι άνθρωποι είναι δυνητικά επικίνδυνοι για τους καπιταλιστές και το άκαμπτο, ασεξουαλικό σύστημα τους.

2. Οι μυρωδιές του σώματος μας υπενθυμίζουν ότι είμαστε ζώα. Οι καπιταλιστές δεν θέλουν να μας υπενθυμίζετε αυτό. Τα ζώα είναι βρώμικα. Τρώνε πράγματα από το έδαφος, όχι από πλαστικά περιτυλίγματα. Είναι ανοιχτά σεξουαλικά. Δεν φοράνε κουστούμια ή γραβάτες, και δεν φτιάχνουν  τα μαλλιά τους. Δεν πάνε στην δουλειά στην ώρα τους.

3. Οι μυρωδιές του σώματος είναι μοναδικές. Η καθεμία μας έχει την προσωπική της μυρωδιά του σώματος. Στους καπιταλιστές δεν αρέσει η ατομικότητα. Υπάρχουν εκατομμύρια μυρωδιές σωμάτων αλλά μόνο λίγες μυρωδιές αποσμητικών. Αυτό αρέσει στους καπιταλιστές.

4. Μερικά αποσμητικά είναι επιζήμια. Στους καπιταλιστές αρέσει αυτό γιατί ψάχνουν συνεχώς καινούργιες ασθένειες να θεραπεύσουν. Οι καπιταλιστές λατρεύουν να εφευρίσκουν καινούργια φάρμακα. Τα φάρμακα τους προσφέρουν λεφτά και κερδίζουν βραβεία για αυτούς – επίσης προκαλούν νέες ασθένειες ώστε οι καπιταλιστές να μπορούν να εφεύρουν ακόμα πιο καινούργια φάρμακα.

5. Τα αποσμητικά σου στοιχίζουν χρήματα. Οι καπιταλιστές είναι ειδικά ευχαριστημένοι για αυτό.

6. Τα αποσμητικά κρύβουν την ζημιά που τα καπιταλιστικά προϊόντα προκαλούν στο σώμα σου. Η βρώση κρέατος και άλλων γεμάτων – χημικά φαγητών που πωλούνται από τους καπιταλιστές, σε κάνουν να μυρίζεις άσχημα. Το να φοράς καλσόν σε κάνει να μυρίζεις άσχημα. Οι καπιταλιστές δεν θέλουν να σταματήσεις να φοράς καλσόν ή να τρως κρέας.

7. Οι χρήστες αποσμητικών είναι ανασφαλείς. Στους καπιταλιστές αρέσουν οι ανασφαλείς άνθρωποι. Οι ανασφαλείς άνθρωποι δεν ξεκινάνε φασαρίες. Οι ανασφαλείς άνθρωποι επίσης αγοράζουν αποσμητικά δωματίων, μαλακτικά μαλλιών, μακιγιάζ, και περιοδικά με άρθρα για δίαιτα.

8. Τα αποσμητικά είναι περιττά. Οι καπιταλιστές είναι πολύ περήφανοι για αυτό και κερδίζουν βραβεία αγοράς για αυτό.

Πηγή: Anarchy Press


Μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον που οι εξουσιαστές δημιούργησαν στις πόλεις εδώ και χιλιετίες με τον πολιτισμό, ο άνθρωπος βλέπει κάποια απ’ τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του να ατονούν και να απονευρώνεται η ορμή του για ελευθερία και εξέγερση ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση… Η καριέρα, η εκπαίδευση, οι κρατικές δομές, η διασκέδαση και το lifestyle επιχειρούν να τον καθηλώσουν και υποταγμένο να τον μετατρέψουν σε φερέφωνο της κάθε εξουσίας…

Η ελευθερία δεν είναι μία συμφωνία παραχώρησης εδαφών από το κράτος. Είναι μια διαρκής κίνηση προς την καταστροφή του κράτους και κάθε πολιτικής. Μακριά από την εξουσιαστική λογική που γεννάει τις πόλεις-τέρατα και τον πολιτισμό. Στο δρόμο προς την άναρχη κοινοτική συμβίωση.




ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Αστικός χώρος, κρατικές αναπλάσεις και “ζωτικοί χώροι”

στην Αναρχική Αρχειοθήκη Θεσσαλονίκης

(Αλ. Δελμούζου 3, πρώτη παράλληλος της Φιλίππου από Αγ. Σοφίας)

το Σάββατο 9 Φλεβάρη στις 18.30

Αναρχική Αρχειοθήκη Θεσ/νίκης & Σύντροφοι


Χαρίζονται τα 7 κουτάβια των παρακάτω φωτογραφιών στην Θεσσαλονίκη. Για ερωτήσεις, πληροφορίες, κλπ στα τηλέφωνα της αφίσας. 











Η αγάπη είναι ένα ρήμα, του Alex Budd

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Πηγή: Αδάμαστο



Δεν θα πολεμήσουμε για κάτι που δεν γνωρίζουμε. Δεν θα πεθάνουμε για κάτι που δεν αγαπάμε.

Τα μέλη των κανονικών κοινοτήτων, των ζωντανών κοινοτήτων, αγαπούν την κοινότητά τους. Αγαπούν τους γείτονές τους. Αγαπούν τις αδελφές και τους αδελφούς τους. Είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν για την κοινότητά τους. Είναι πρόθυμοι να πεθάνουν γι ‘αυτήν, για να την προστατεύσουν, να την διατηρήσουν.

Αλλά αυτή η κουλτούρα μάς αποσπά από τις κοινότητές, τα εδάφη και τις οικογένειες στις οποίες ανήκουμε. Χωρίς να τις γνωρίζουμε, χωρίς να τις αγαπούμε, στεκόμαστε έτσι με μια σύγχυση και έναν πόνο, μη ξέροντας τι να κάνουμε καθώς τις έχουν βάλει πάνω σ’ ένα ράφι, τεντωμένες και βασανισμένες, τραβηγμένες και σπρωγμένες, και τελικά νεκρές. Δεν ξέρουμε γιατί έχουμε πληγωθεί. Είναι ένας πόνος που δεν μπορούμε να ονομάσουμε, είναι ένας πόνος που αναβλύζει σε μέρη που δεν γνωρίζουμε ότι ήταν ένα κομμάτι από εμάς.

Τραβηγμένες και σπαραγμένες, οι κοινότητές μας έχουν διαγραφεί και καταστραφεί. Είμαστε μόνοι, με τοίχους κτισμένους ανάμεσά μας. Όλοι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε αυτόν τον εφιάλτη αλλά είμαστε ανίκανοι να δούμε την αιτία. Γνωρίζουμε λίγα πέρα από το φόβο και τη μοναξιά αυτής της κουλτούρας, και είμαστε τρομοκρατημένοι για αυτές τις Άλλες, ανεξήγητα οικείες φιγούρες που δεν μπορούμε να βοηθήσουμε, ενώ κοιτάμε μέσα από την ομίχλη με την οποία μας τυλίγει αυτή η κουλτούρα. Ο τρόμος και ο φόβος μας μετατράπηκε σε μίσος, και γινόμαστε εμείς οι ίδιοι κτίστες, χτίζοντας πάντα τους τοίχους που μας χωρίζουν από οποιονδήποτε, από οτιδήποτε άλλο γνωρίσαμε και αγαπήσαμε κάποτε, μέχρι αυτοί οι τοίχοι να γίνουν οι φυλακές μας, και βρίσκουμε τους εαυτούς μας να ζουν –κλειδωμένοι – σε μια διαρκή απομόνωση.

Και αυτό μας σκοτώνει, μας απομονώνει. Σκοτώνει τα πάντα. Αυτός ο κόσμος της ζωής βασισμένος στην αμοιβαιότητα, δολοφονείται, σιγά-σιγά εξατομικεύεται και τεμαχίζεται μέχρι να χαθεί. Στερούμενοι νοήματος, είμαστε όλοι μας-ανθρώπινες κοινότητες, βάθρες, λιβάδια και ωκεανοί-αργά και παντελώς φυσικά καταδικασμένοι στη λήθη.

Αλλά αυτό δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι. Αυτή η περιπλάνηση στο πόνο και τη μοναξιά δεν είναι αυτό που είμαστε, είναι αυτό που έχουμε γίνει. Αλλά δεν είναι αυτό που πρέπει να είμαστε.

Πήγαινε και άκουσε τη γη, σε καλεί. Πήγαινε και στάσου στη βροχή και άκουσε τη καθώς σε φιλά στο πρόσωπό. Ο άνεμος φυσάει, παίζει με τα μαλλιά σου, και τα δέντρα χορεύουν. Πήγαινε και κάθισε και άκουσε τους. Άκουσε τη γλώσσα που συνηθίζαμε να γνωρίζουμε.

Πήγαινε και μίλα με τα δέντρα. Άκουσε τα βατράχια και τα κολίβρια και τους κάκτους, θα σου πουν ιστορίες. Θα σου πουν για αυτό που είναι. Θα σου πουν για το ποιος είσαι. Άκουσε τους. Μίλα τους. Κλάψε μαζί τους. Μάθε τους και μάθε να τους αγαπάς.

Αυτό δεν είναι εύκολο. Ο πολιτισμός είναι χτισμένος πάνω στην απομόνωση, την αποξένωση από τη ζωή, σκοτώνει ό,τι αξίζει την αγάπη. Το να αισθανθούμε αυτή την αγάπη και αυτόν τον πόνο είναι βαθιά δύσκολο για την κατασκευασμένη αίσθηση του εαυτού μας, της ταυτότητάς μας, της φυλακής μας.

Χρειαζόμαστε όμως αυτή την αγάπη και τον πόνο. Χρειαζόμαστε τον κόσμο, τόσο για να ζήσουμε όσο και για να έχει νόημα η ζωή μας. Αν δεν μάθουμε να τον ακούμε, να τον γνωρίζουμε και να τον αγαπάμε και επιστρέψουμε πίσω στο σπίτι μας σε αυτές τις ζωντανές κοινότητες (όσα έχουμε πει δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα), θα παρακολουθούμε-από μακρυά, με μισά-συναισθήματα και μισο-ξύπνιοι -καθώς θα γλιστρούμε από την ύπαρξη, ενώ θα αγωνιζόμαστε με ένα πόνο και μια θλίψη που δεν θα μπορούμε να ονομάσουμε ή να εξηγήσουμε.

Μας ταΐζουν και μας παρέχουν στέγη, μας διδάσκουν, μας βοηθούν να γίνουμε ο εαυτός μας. Τους χρειαζόμαστε. Πρέπει να τους γνωρίσουμε και να τους αγαπήσουμε. Πρέπει να αγωνιστούμε για αυτούς και να τους υπερασπιστούμε. Και πολλοί από εμάς θα πρέπει να πεθάνουν γι ‘αυτούς.

Η αγάπη μας δεν μπορεί να είναι στατική, γιατί η αγάπη είναι ένα ρήμα, και γι’ αυτό πρέπει να μας καλεί να δράσουμε. Δεν είναι αρκετό να πούμε ποιον και τι αγαπάμε, πρέπει να το δείξουμε με τις πράξεις μας. Πρέπει να αγαπήσουμε τα σπίτια μας, τις πέρα-ανθρώπινες κοινότητές μας, και εμείς πρέπει να τις προστατεύσουμε από την σφαγή της μνήμης που είναι η κυρίαρχη κουλτούρα, ο πολιτισμός. Αν δεν τα αγαπάμε αρκετά για να σταματήσουμε την υποδούλωση, τη φυλάκιση και τη δολοφονία τους-με οποιοδήποτε μέσο- τότε η αγάπη μας είναι ένα ψέμα.

Είμαστε ζωντανοί σε έναν ζωντανό κόσμο, ένα κόσμο που χορεύει και βουίζει. Η ομιλία, το γέλιο, το κλάμα και το τραγούδι, η ζωή και και ο θάνατος είναι εκεί, παντού γύρω μας στον κόσμο. Είναι ο κόσμος. Και είναι ένας κόσμος που μας καλεί να συμμετέχουμε, ένας κόσμος που θέλει να μας γνωρίσει και να μας αγαπήσει και που θέλει να τον γνωρίσουμε και να τον αγαπήσουμε και εμείς.

Πήγαινε και κάθισε με τον ωκεανό, τα βουνά της ερήμου, τα ποτάμια, τα δέντρα, τα βατράχια, τους σπίνους, τα μανιτάρια, και τα βράχια. Ακούστε τα. Ακούστε τα να σε καλούν πίσω, πίσω στην ύπαρξη και πίσω στην κοινότητα. Άκουσε τις ιστορίες τους, τα όνειρά τους, τη σοφία και τα τραγούδια τους. Άκουσε μέχρι να τα γνωρίσεις, και έπειτα συνέχισε να ακούς. Γνώρισε τα, αγάπησε τα, βρες το σπίτι σου εκεί μαζί τους και στη συνέχεια αγωνίσου, προστάτεψε και υπερασπίσου τα.

Πηγή: Parabellum


Θα μπορούσα να ξεκινήσω αυτό το κείμενο προσπαθώντας να εξηγήσω για πολλοστή φορά γιατί ο αναρχικός μηδενισμός δε ταυτίζεται με το νετσαγιεφισμό. Υποθέτω  πως πλέον, όποιος δε χρησιμοποιεί το νετσαγιεφισμό ως φτηνή πολιτικάντικη επίθεση με την οποία προσπαθεί να πλήξει τους φανταστικούς του εσωτερικούς αντιπάλους, και έχει κάνει τον κόπο να διαβάσει λίγες αράδες της Κατήχησης αντιλαμβάνεται εύκολα πως αυτή η ταύτιση βασίζεται είτε στην άγνοια είτε στη σκοπιμότητα. Θα μπορούσα επίσης να κάνω το ίδιο για τον αναρχικό ατομικισμό. Αλλά και αυτός πλέον μόνο κακόπιστα μπορεί να ταυτιστεί με τον ακραίο αστικό φιλελευθερισμό.

Αντίθετα, αυτό που θεωρώ πως πρέπει να αναδειχτεί είναι ο εμπλουτισμός της αναρχικής συνείδησης από τα ατομικιστικά και μηδενιστικά προτάγματα. Στη σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα το, με τους αιώνες απίστευτα διογκωμένο, τέρας της εξουσίας έχει απλώσει τα πλοκάμια του πολύ πέρα από τα σημεία στα οποία το εντόπιζαν οι κλασικές αναρχικές αναλύσεις του παρελθόντος, πάνω στις οποίες με ελάχιστες αλλαγές βασίζονται και σήμερα πολλοί αναρχικοί. Η εξουσία δεν είναι πλέον (αν ήταν ποτέ) ένα άθροισμα οργανισμών και προσώπων που καταπιέζουν τις μάζες, το προλεταριάτο, την κοινωνία κλπ. Οι κρατούντες έχουν υφάνει ένα τεράστιο δίκτυο εξουσίας αποτελούμενο από κοινωνικούς ρόλους και κοινωνικές ταυτότητες, στο οποίο εντάσσονται όλοι όντες ή θύματα ή θύτες ή και τα δύο. Σήμερα η παθητική ή η ενεργητική συνενοχή και συμμετοχή μεγάλων κομματιών της μάζας στη διαιώνιση και την αναπαραγωγή της εξουσίας είναι αδιαμφισβήτητη. Αυτό το δίκτυο εξουσίας ονομάζεται σύγχρονη μαζική κοινωνία και οι λογικές, οι πρακτικές, τα ιδεολογήματα της και γενικά ότι τη χαρακτηρίζει είναι ο δυσώδης πολιτισμός της.

Αυτό  που διέκρινε αρχικά τους αναρχικούς από τις άλλες σοσιαλιστικές τάσεις ήταν ότι έκαναν το βήμα παραπέρα απορρίπτοντας την εξουσία. Αυτή η άρνηση τους έδωσε αυτόνομη υπόσταση. Η άρνηση είναι η ουσία του μηδενισμού. Η συνεχής κριτική αντιμετώπιση της πραγματικότητας και η επιθετική άρνηση  της υπάρχουσας συνθήκης εξ’ ολοκλήρου είναι τα καλογυαλισμένα όπλα που εκείνος προσφέρει στην εξεγερμένη συνείδηση. Μια συνείδηση που για να αναπτυχθεί χρειάζεται το έφορο έδαφος του εξατομικευμένου Εγώ, που έχει αφήσει μια για πάντα το κοπάδι και τις πεδιάδες. Οι αναρχικοί δεν έχουν κανένα λόγο να μιλούν για τη μεταρρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων, για την αυτοδιαχείριση των μέσων και του αποτελέσματος της παραγωγής, για αμεσοδημοκρατία, για εξυγίανση και αναμόρφωση του πολιτισμού κλπ. Κάποτε οι έννοιες μεταρρύθμιση και αναμόρφωση έφερναν στο μυαλό των επαναστατών μόνο μια λέξη: ρεφορμισμός. Σήμερα, που για κάποιους αναρχικούς το παν είναι να “γίνουμε πολλοί” ίσως φαντάζουν ελκυστικές, συνεχίζουν να μην  έχουν καμιά σχέση με την αναρχία. Η εξουσιαστική κοινωνία είναι ένα απέραντο εργοστάσιο αναπαραγωγής του εαυτού της και δε μεταρρυθμίζεται. Το προϊόν αυτής της κοινωνίας είναι ο άνθρωπος-σκλάβος, ο οποίος μπορεί να διαμαρτύρεται κάποιες φορές για την ποσότητα τροφής στο πιάτο του ή για το πόσο σφιχτές είναι οι αλυσίδες του αλλά εξαιρετικά σπάνια, και συνήθως μεμονωμένα, έρχεται σε ολική ρήξη με τη συνθήκη της σκλαβιάς του. Οι ατομικότητες καταδικάζονται στην ανυπαρξία, για να αντικατασταθούν με τα θλιβερά τους κακέκτυπα, τους λοβωτομημένους πολίτες, οι οποίοι ενωμένοι φέρνουν στο προσκήνιο τον “πρωταγωνιστή” της Ιστορίας, την άμορφη, εύπλαστη και ανίκανη για οτιδήποτε καλό, μάζα. Η ολοκληρωτική καταστροφή λοιπόν αυτού του πλέγματος είναι μονόδρομος αν θέλουμε να μιλάμε για απόλυτη ελευθερία.

Όσο για την αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής είναι απλά μια αλλαγή φρουράς. Η ρίζα του κακού παραμένει. To βιομηχανικό κοινωνικό σύμπλεγμα είναι αναπόσπαστα δεμένο με συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας. Για να λειτουργήσει χρειάζεται πειθαρχία, καταμερισμό της εργασίας, επίπλαστες καταναλωτικές ανάγκες. Χρειάζεται πειθήνιους εργάτες και αποβλακωμένους καταναλωτές. Χρειάζεται συγκεντρωτικά μοντέλα ελέγχου, αφέντες και δούλους.  Χρειάζεται την επιστήμη, το σφετερισμό δηλαδή της ανθρώπινης γνώσης για τις ανάγκες του κρατικοπιταλιστικού συμπλέγματος. Χρειάζεται το τέρας της τεχνολογίας, τη ψυχρή ιδεολογία της μηχανής που σκλαβώνει και καταστρέφει τη φύση, ξεκοιλιάζει τη γη, δηλητηριάζει τα ποτάμια, ισοπεδώνει τα βουνά και δολοφονεί όποια ύπαρξη δε μπορεί να χρησιμοποιήσει. Χρειάζεται την ηθική της εργασίας και της ενσωμάτωσης, αυτήν την ταφόπετρα της ελεύθερης ατομικής βούλησης. Δε μπορεί κάποιος να υποστηρίξει τη “μερική αυτοδιαχείριση  ή τη χρήση της “καλής” βιομηχανίας, της “καλής επιστήμης” της “καλής τεχνολογίας” και της “ανθρωπιστικής” ηθικής. Δεν υπάρχει καλός πολιτισμός. Έχει δεσμούς αίματος με την  εξουσία και την κοινωνία της. Εχθρεύεται το αυτόνομο άτομο, αναγνωρίζοντας μόνο όχλους στους οποίους μπορεί να πουλήσει την πραμάτεια του. Η διατήρηση του σημαίνει διατήρηση της σκλαβιάς. Δεν ωραιοποιείται, δεν εξυγιαίνεται  Γκρεμίζετε συθέμελα. Και η αναρχία και η ζωή ξεπηδούν μέσα από τα συντρίμμια  του.

Η αμεσοδημοκρατία είναι μορφή εξουσίας. Πολλοί, συχνά παραβλέπουν αυτή τη διαπίστωση φτάνοντας κατευθείαν στην υποτιθέμενη χρηστική της αξία. Παραμένει όμως μορφή εξουσίας. Η χρηστική της αξία κάνει για όσους ονειρεύονται μαζικές κοινωνίες που η εξουσία δε θα επιβάλλεται στα άτομα στο όνομα του λαού όπως στην κοινοβουλευτική δημοκρατία αλλά στο όνομα της κοινότητας ή της κομμούνας, ενισχυμένη από την καθαγιασμένη πλειοψηφία. Είναι για όσους θεωρούν ότι τα άτομο θα παραμείνει αρκετά νοητικά ακρωτηριασμένο ώστε να μη μπορούν να σχηματίζει και να διαλύει τις ενώσεις του σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Όχι για τους αναρχικούς. Η αναρχία είναι ανένδοτος αγώνας για την εκμηδένιση κάθε μορφής εξουσίας όσο και αν η τελευταία εναλλάσσει ξετσίπωτα διάφορα επαναστατικά προσωπεία.

Θα νομίζετε ίσως πως στην παραπάνω ανάλυση τα όρια μεταξύ ατομικισμού και μηδενισμού είναι δυσδιάκριτα. Λάθος. Δεν υπάρχουν όρια. Ο ατομικισμός και ο μηδενισμός είναι δυο αλληλοσυμπληρούμενες έννοιες που σμίγουν στη φωτιά της εξεγερμένης αναρχικής συνείδησης. Ο αναρχικός ατομικισμός είναι η θέληση να πάρεις τη ζωή σου στα χέρια σου στο τώρα. Σημαίνει το να μην περιμένεις το φωτισμένο ηγέτη ή την αφυπνισμένη μάζα για να πολεμήσεις για την ελευθερία σου.  Σημαίνει να θέλεις να απολαύσεις τη ζωή σου άμεσα και όπως ορίζεις εσύ. Σημαίνει το να απαλλοτριώνεις την αναρχία από το επέκεινα και να την κάνεις βίωμα και τρόπο ζωής. Ο αναρχικός μηδενισμός είναι η άρνηση που οπλίζει τα χέρια, οξύνει το μυαλό και σφίγγει τα δόντια. Είναι απόρριψη των ρόλων και των ταυτοτήτων του συστήματος,  είναι η περιφρόνηση της ηθικής της σκλαβιάς, είναι ένα σχέδιο για την αποτέφρωση αυτού του σάπιου κόσμου. Αυτές οι αναρχικές αντιλήψεις ενωμένες γίνονται μια τρομερή δύναμη. Το φάντασμα της Επανάστασης που παίρνει σάρκα και οστά.

Ο αναρχισμός ενάντια στον πολιτισμό

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Πηγή: Αδάμαστο

Τα παρακάτω αποτελούν σχόλια της ομάδας που κυκλοφόρησε την συγκεκριμένη μπροσούρα.


"Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας δώσουμε αυτό το σύντομο δοκίμιο (αλαζονεία?) από τη δική μας συντρόφισσα Killjoy Margaret, που φέρνει στο φως μερικές από τις απλές υποκρισίες της κριτικής στην πρωτογονιστική κριτική και δείχνει ότι ο ίδιος ο αναρχισμός είναι μια εγγενώς αντι-πολιτισμική ιδέα.

Ναι, πολλοί πρωτογονιστές δοξάζουν και υπεραπλουστεύουν τρόπους ζωής που είναι εδώ και πολύ καιρό περασμένοι, την υποτιθέμενη «χρυσή εποχή» πριν από τον πολιτισμό … και ακόμη αυτή η κριτική πολύ συχνά προέρχεται από αναρχικούς που παραθέτουν μόνο συγγραφείς νεκρούς εδώ και εκατό χρόνια ή περισσότερο, που μαραζώνουν για την «χρυσή εποχή» του αναρχισμού.    

Είμαστε ζωντανοί εδώ και τώρα. Το παρελθόν είναι χρήσιμο ως πηγή έμπνευσης, αλλά το παρελθόν είναι επίσης μια αδιάκοπη σειρά από αποτυχίες. Γενναίες προσπάθειες, αλλά και αποτυχημένες."

Ο αναρχισμός έναντι του Πολιτισμού

 Στη πολεμική του που έγραψε το 2003 ”Αναρχισμός έναντι του πρωτογονισμού”, ο Brian Oliver Sheppard κάνει την υπόθεση ότι ο πρωτογονισμός είναι εγγενώς σε αντίφαση με τον αναρχισμό.

 Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το ύφος του, το οποίο είναι ανοιχτά κοροϊδευτικό. Κάνει αναφορές για το πώς ”έχει καταστεί αναγκαίο δυστυχώς για τους αναρχικούς να βυθίζονται στο πρωτογωνιστικό μίασμα”, γίνεται  απροκάλυπτα συγκαταβατικός στο να χρησιμοποιήσει τους πρωτογονιστές. Αλλά τα επιχειρήματα του είναι βυθισμένα σε παραλογισμούς: χλευάζει τους πρωτογονιστές ως υποκριτές για συμμετοχή σε τεχνολογικές πρακτικές, αγνοώντας το γεγονός ότι σχεδόν κάθε αναρχικός οποιασδήποτε τάσης στην καπιταλιστική και κρατικιστική κοινωνία δεν ζει όπως αυτός ή αυτή προτάσσει.

Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας του είναι ότι ο πρωτογονισμός είναι αυταρχικός και ως εκ τούτου ασυμβίβαστος με τον αναρχισμό. Αλλά ο αναρχισμός που προωθεί είναι μάλλον σαφώς ένας απλοϊκός και “κλασικός”, ένας κόκκινος αναρχισμός που υποστηρίζει τον εργατικό έλεγχο σε μια κοινωνία χωρίς κράτος. Ισχυρίζεται ότι οι πρωτογονιστές έχουν κολλήσει σε ένα απατηλό παρελθόν που δεν μπορεί να υποστηριχθεί από αποδεικτικά στοιχεία, ενώ δεν αναγνωρίζει τη συνενοχή του στην ίδια συμπεριφορά: είναι ένας άνδρας που υποστηρίζει ότι ο αναρχισμός είχε πάντα να κάνει με τον εργατικό έλεγχο και τις κομμουνιστικές ιδέες, αγνοώντας εντελώς το ετερογενές παρελθόν και παρόν του αναρχισμού. Οι ατομικιστές, οι αναρχικοί-υποκειμενιστές, οι κοινοτικοί … αυτοί οι άνθρωποι απλά ποτέ δεν υπήρξαν, σύμφωνα με τον Brian (1).

Καλά αιτιολογημένες επικρίσεις του πρωτογονισμού υπάρχουν, αλλά σπάνια γίνονται γνωστές. Αντ’ αυτού, αυτοκαταστροφικές και εντυπωσιακά σεχταριστικές επιστολές είναι ο κανόνας. Αλλά η βασική ιδέα είναι μια περίεργη ιδέα, ότι ο αναρχο-πρωτογονισμός δεν είναι περισσότερο αναρχικός από τις σε μεγάλο βαθμό απορριπτέες ιδέες των “αναρχο”-καπιταλιστών- των “αναρχο”-εθνικιστών.

Προς χάριν συζήτησης, έχω κάνει την αντίθετη υπόθεση: ο αναρχισμός είναι και πάντα ήταν αντι-πολιτισμικός, και ότι ο πολιτισμός και ο αναρχισμός είναι έννοιες εντελώς ασυμβίβαστες. Όποιος ισχυρίζεται ότι παλεύει για τον πολιτισμό και τον αναρχισμό εξίσου, τρέφει αυταπάτες. (2)

Ένας ανθρωπολόγος που ονομάζεται Elman Service(3) πρότεινε ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο σύστημα ταξινόμησης για τους ανθρώπινους τρόπους διαβίωσης που περιλαμβάνει χονδροειδώς τέσσερις κατηγορίες. Πρώτον, υπάρχουν οι ομάδες τροφοσυλλεκτών-κυνηγών, οι οποίες είναι γενικά ισότιμες. Δεύτερον, υπάρχουν φυλετικές κοινωνίες που είναι μεγαλύτερες, λίγο πιο οργανωμένες, και έχουν ψήγματα κοινωνικών διαστρωματώσεων. Τρίτον υπάρχουν τα ”βασίλεια”, που συνεχίζουν το δρόμο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Και τελικά υπάρχουν οι πολιτισμοί, οι οποίοι ανθρωπολογικά ορίζονται από τις πολύπλοκες κοινωνικές ιεραρχίες τους και τον οργανωμένο, θεσμικό τρόπο διακυβέρνησης.

Η απόρριψη των πολύπλοκων κοινωνικών ιεραρχιών και κυβερνήσεων σημαίνει, ως εκ τούτου, την απόρριψη του πολιτισμού. Αν μια αναρχική κοινωνία ήταν να αναπτυχθεί, θα ήταν εξ ορισμού μη πολιτισμένη κοινωνία.

Σίγουρα, ένα επιχείρημα που μπορεί να αναπτυχθεί από τους “κλασικούς” αναρχικούς(4) είναι ότι είναι αντίθετοι με την έννοια του κράτους περισσότερο από ότι με την ιδέα της διακυβέρνησης, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία της σύγχρονης αναρχικής σκέψης και διαλόγου μιλάει για την απόρριψη της κυβέρνησης ως κάτι που είναι εγγενώς συνδεδεμένο με την κρατική δομή.

Έτσι, μια αναρχική κοινωνία θα απαιτούσε είτε την επιστροφή στις τροφοσυλλεκτικές-κυνηγετικές ομάδες ή -και προσωπικά θεωρώ ότι αυτή η επιλογή πολύ πιο πιθανή και προτιμότερη,-θα εννοούσε την ανάπτυξη κάτι εντελώς νέου. Προσωπικά θα ήθελα να το ονομάσουμε το μετα-πολιτισμό, αλλά δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να το ονομάσουμε. Εμείς απλά πρέπει να το κατανοήσουμε ως αναρχισμό.

Ο Elman κατανοούσε την τεσσάρων μερών τυπολογία του ως διευκρινιστική μιας γραμμικής απώλειας της αυτονομίας. Σε μια ομάδα, ένα άτομο είχε ελευθερία. Σε έναν πολιτισμό, ένα άτομο παραχώρησε ή έχασε αυτήν την ελευθερία. Τώρα, ο Elman ήταν ένας θεωρητικός της ενσωμάτωση, πίστευε ότι οι πολίτες στους πρώιμους πολιτισμούς εγκατέλειψαν οικειοθελώς την αυτονομία τους-στην ουσία, ότι υπέγραψαν το κοινωνικό συμβόλαιο, παραχωρώντας την ελευθερία τους, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή μια πιο σύνθετη κοινωνία. Η αντίθετη θεωρία είναι η θεωρία των συγκρούσεων: ότι τα κράτη έχουν, από την αρχή, προσπαθήσει να εδραιώσουν την εξουσία στα χέρια λίγων, προς όφελος αυτών των λίγων.

Αλλά κανείς δεν υποστηρίζει ότι η μετάβαση από τις ομάδες στον πολιτισμό δεν έχει οδηγήσει σε ιεραρχία και έλλειψη αυτονομίας. Αυτό έχει, ιστορικά, γίνει αρκετά απλά και γραμμικά: όσο περισσότερο μια κοινωνία “προόδευε” κατά μήκος αυτών των γραμμών δια μέσω του πολιτισμού, τόσο περισσότερο η ελευθερία εξασθενούσε.

Ο αναρχισμός υποστηρίζει μια αταξική, ισότιμη κοινωνία που στερείται καταναγκαστικής εξουσίας και ως εκ τούτου αντιτίθεται-και πάντα το έκανε-σε ορισμένα από τα κύρια, διακριτικά γνωρίσματα που καθορίζουν τον πολιτισμό. Το να συνηγορεί κανείς υπέρ του πολιτισμού είναι τόσο παράλογο όσο το να επιχειρηματολογεί υπέρ του κράτους.

Πολύ λίγοι σύγχρονοι αναρχικοί θα επιχειρηματολογούσαν εναντίον του αναρχο-φεμινισμού. Ο αναρχο-φεμινισμός δεν νοείται ως ένα ξεχωριστό πράγμα, ξένο προς τον αναρχισμό ως σύνολο, αλλά μάλλον ως ένα βασικό συστατικό στην πάλη ενάντια στην κυριαρχία. Είναι γενικά κατανοητό ότι υπάρχουν και εκείνοι που ταυτίζονται περισσότερο με τον αναρχο-φεμινισμό από τους άλλους. Υπάρχουν εκείνοι που τον χρησιμοποιούν σαν προσωπικό φακό τους μέσω του οποίου αντιμετωπίζουν τον κόσμο, οι οποίοι κατατάσσουν ως σημαντική τη θεωρία και την πρακτική οργάνωση για να αντιμετωπιστεί και να ξεπεραστεί η πατριαρχία.

Και αυτός, θα έλεγα, είναι ο ρόλος των αντιπολιτισμικών, των αναρχοπριμιτιβιστών. Η αντιπολιτισμική σκέψη έχει εμβαθύνει σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη μας για την καταπίεση, με την κριτική της στον καταμερισμό της εργασίας και στις γραμμικές έννοιες της προόδου.

Είναι τόσο πολύ λάθος να απορρίψουμε όλους τους αναρχοπριμιτιβιστές ως γενοκτόνους υποκριτές, όσο είναι το να απορρίψουμε όλους τους κομμουνιστές αναρχικούς ως τεχνόφιλους που θέλουν την υποδούλωση της φύσης στην υπηρεσία του πανίσχυρου εργάτη (5).

Η πατριαρχία, η διακυβέρνηση, ο καπιταλισμός, ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, ο πολιτισμός … δεν έχουν θέση στην κοινωνία που οραματιζόμαστε.

Και το πιο σημαντικό, τίποτε από αυτά δεν έχει θέση στους αγώνες μας εδώ και τώρα.



(1) Είναι, βέβαια, ο κανόνας να αναφερόμαστε σε έναν συγγραφέα με το επώνυμό και όχι το όνομα του. Αυτό ισχύει πολύ πιο συχνά στους άνδρες από ότι στις γυναίκες. Συγκρίνουν τον Κροπότκιν και τον Μπακούνιν με την Voltairine DeCleyre και την Emma Goldman.
(2) Ή απλά χρησιμοποιούν διαφορετικό σημασιολογικό σύνολο και τείνουν να καθορίσουν τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο από ότι εγώ, ή το παρόν άρθρο,κάνουμε.
(3) Ο Elman Service, μιας και τον αναφέρουμε, για κάποιους κόκκινους-αναρχικούς, ήταν ένας Αμερικανός εθελοντής στην ταξιαρχία Αβραάμ Λίνκολν του ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, που πολέμησε ενάντια στον Φράνκο και τους φασίστες.
(4) Η λέξη «κλασικός» είναι σε εισαγωγικά σε αυτό το άρθρο, διότι εγώ προσωπικά αποδοκιμάζω την υπεραπλούστευση “αυτού που πάντα ήθελαν οι αναρχικοί” που μας παρουσιάζεται από τον Brian Sheppard αποδοκιμάζοντας εξίσου την υπεραπλούστευση του “οι πρωτόγονοι ανθρώποι ήταν έτσι ” την οποία υποστηρίζουν πολλοί πρωτογωνιστές.
(5) Φυσικά, θα ήταν πιο εύκολο για μένα να μην κάνω ο ίδιος αυτό το λάθος, αν δεν γνώριζα προσωπικά κάτι παραπάνω από αρκετούς ανθρώπους που να ταιριάζουν σε αυτά τα άξεστα στερεότυπα …




“Ο αναρχισμός υποστηρίζει μια αταξική, ισότιμη κοινωνία που στερείται καταναγκαστικής εξουσίας και ως εκ τούτου αντιτίθεται-και πάντα το έκανε-σε ορισμένα από τα κύρια, διακριτικά γνωρίσματα που καθορίζουν τον πολιτισμό.“



Strangers In A Tangled Wilderness

www.tangledwilderness.org

strangers@riseup.net



Την Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου, μπάτσοι εισέβαλαν στην κατάληψη Villa Amalias, συλλαμβάνοντας 8 συντρόφους που βρίσκονταν εντός τη δεδομένη στιγμή. Οι κατηγορίες που τους αποδίδονται είναι οπλοκατοχή, παραβίαση του νόμου περί εκρηκτικών και του νόμου περί ναρκωτικών, ενώ 5 μέρες αργότερα αφήνονται ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους.

Σχεδόν μια εβδομάδα μέτα, κατά τη διάρκεια της οποίας τα ΜΜΕ οργιάζουν περί πάταξης της ανομίας και επαναφοράς του κράτους ασφάλειας, πραγματοποιείται κατασταλτική επιχείρηση της αστυνομίας, με πρόσχημα το παράνομο εμπόριο, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΑΣΟΕΕ), κατά την οποία συλλαμβάνονται 16 μετανάστες, ψάχνεται εξονυχιστικά το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι ΑΣΟΕΕ και κατάσχεται ο εξοπλισμός του αυτοοργανωμένου ραδιοφωνικού σταθμού 98FM. Για ακόμα μια φορά στο στόχαστρο μπαίνουν οι συντροφικές σχέσεις των ανθρώπων του στεκιού με τους μετανάστες και επιχειρείται η φίμωση της ελεύθερης έκφρασης.

Την Τετάρτη 9/1 γίνεται ανακατάληψη της Villa Amalias από 92 συντρόφους και συντρόφισσες, οι οποίοι συλλαμβάνονται μετά τη βίαιη εισβολή των μπάτσων λίγες ώρες μετά. Ως απάντηση στην κρατική καταστολή και ως ένδειξη αλληλεγγύης, 53 άτομα κάνουν κατάληψη στα γραφεία της Δημοκρατικής Αριστεράς. Το κατασταλτικό σκηνικό πανομοιότυπο καθώς ΕΚΑΜ και ΜΑΤ προσαγάγουν τους συντρόφους οδηγώντας τους στη ΓΑΔΑ όπου και τους αφήνουν μετά από λίγες ώρες. Η αντίδραση του κόσμου άμεση και εκρηκτική. Δύο ώρες μετά πραγματοποιείται αιφνιδιαστική παρέμβαση στο Υπ. Οικονομικών όπου είχε συνάντηση ο Σαμαράς με τη συμμετοχή 300 ατόμων τα οποία εκδιώχθηκαν από τα ΜΑΤ. Ακολούθησε πορεία στην οδό Αθηνάς από σχεδόν 1000 άτομα. Το κράτος έναν τρόπο γνωρίζει για να ανακόψει την όλο και μεγαλύτερη αντίδραση που αναδύθηκε…

Στις 15.00 περίπου το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ΜΑΤ και ΥΜΕΤ κλείνουν το δρόμο περιμετρικά της κατάληψης Σκαραμαγκά και εισβάλλουν στο κτίριο συλλαμβάνοντας τους 7 συντρόφους και συντρόφισσές μας που βρίσκονταν στο εσωτερικό του κτιρίου. Γίνεται προσαγωγή κι ενός συντρόφου εξωτερικά της κατάληψης. Είχε προηγηθεί μήνυση από τον πρόεδρο του ΝΑΤ, Χρήστο Φωτίου. Στους συντρόφους μας αποδίδονται κατηγορίες για διατάραξη οικιακής ειρήνης, παραβίαση του νόμου περί όπλων και του νόμου περί βεγγαλικών και απείθεια. Μεταφέρονται στη ΓΑΔΑ όπου βρίσκονται και οι συλληφθέντες από την ανακατάληψη της Villa Amalias. To ίδιο βράδυ πραγματοποιείται πορεία έξω από τη ΓΑΔΑ με μεγάλη συμμετοχή. Η δικάσιμος ορίστηκε για την Πέμπτη 24/1 και καλείται συγκέντρωση αλληλεγγύης.

Περίπου μια εβδομάδα αργότερα, την Τρίτη 15/1 ακόμα μια αστυνομική επιχείρηση χολιγουντιανού τύπου επιχειρείται στην κατάληψη Λέλας Καραγιάννη 37, με την προσαγωγή 14 συντρόφων/ισσών, οι οποίοι μετά τη ΓΑΔΑ αφήνονται ελεύθεροι. Τις επόμενες ώρες σύντροφοι και συντρόφισσες, μετά την αποχώρηση των ΜΑΤ, ανακαταλαμβάνουν τον χώρο.

Είναι ξεκάθαρο ότι την αστυνομική εισβολή στην Κατάληψη Πατησίων 61 & Σκαραμαγκά, αλλά και όσες επιθέσεις εξαπολύονται τους τελευταίους μήνες ενάντια σε καταλήψεις, στέκια κι αυτοοργανωμένα εγχειρήματα στον ελλαδικό χώρο, τις αντιλαμβανόμαστε ως διακλαδώσεις ενός ευρύτερου σχεδιασμού, ο οποίος βρισκόταν ανέκαθεν στα συρτάρια της μεταπολιτευτικής καταστολής.

Αποτελούσε ζήτημα χρόνου, οι εγγενείς παθογένειες του συστήματος να το οδηγήσουν στην έναρξη μιας διαδικασίας μετάλλαξης. Οι παθογένειες αυτές δεν πρέπει να αναζητηθούν στις λειτουργικές αστοχίες των καπιταλιστικών δομών επί των οποίων έχει οικοδομηθεί (και τις οποίες υπηρετεί) ο κρατικός μηχανισμός, αλλά στην ίδια την ύπαρξή τους. Ένα σύστημα που υπάρχει μόνο για να παράγει κέρδος, ένα σύστημα που αναζητά παραγωγικούς πόρους πολτοποιώντας ανθρώπους, μη ανθρώπινα ζώα και τη φύση, ένα κάθετα ιεραρχημένο σύστημα που κατασκευάζει διακρίσεις για να διατηρεί την ισορροπία του, ένα σύστημα που καταφέρνει να λειτουργεί αποτελεσματικά μόνο σε έδαφος που πρώτα έχει σπεύσει να λειάνει μέσω της καταστολής, είναι ένα σύστημα θνησιγενές.

Η ζωτική ανάγκη του καθεστώτος να διαχειριστεί με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο τις ανακατατάξεις ισχύος που προκύπτουν στο εσωτερικό του και να ολοκληρώσει πάση θυσία μία διαδικασία μετάλλαξης που θα εξασφαλίζει ευνοϊκότερους όρους για την επιβίωσή του, είναι αυτή που υπαγόρευσε και υπαγορεύει την απόφαση να χρησιμοποιηθεί πλέον όλο το εύρος του διαθέσιμου οπλοστασίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρατική προπαγάνδα έδωσε τη θέση της στον ανοιχτό ψυχολογικό πόλεμο, με τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης να επιτελούν πρόθυμα το ρόλο τους αναπαράγοντας το συλλογιστικό και ρητορικό οχετό της εξουσίας. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο εντάσσονται και οι στρατιωτικού τύπου κατασταλτικές επιχειρήσεις, οι οποίες αφενός λειτουργούν ως οδοστρωτήρας απέναντι σε κάθε είδους αντίσταση, αφετέρου αξιοποιούνται ως τροφή για το πεπτικό σύστημα των ΜΜΕ που σερβίρουν το τελικό προϊόν προς συμμόρφωση και παραδειγματισμό.

Η απόφαση για κλιμάκωση της κρατικής βίας, στη φυσική της μορφή και όχι μόνο, εφαρμόστηκε στα πρώτα της στάδια ενάντια σε κάθε είδους απεργιακές κινητοποιήσεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες σε όγκο, οι οποίες επιχείρησαν να θέσουν αναχώματα στην ισοπεδωτική διαδρομή που είχε ήδη αρχίσει να ακολουθείται για να ικανοποιηθούν “έκτακτες” ανάγκες της πολιτικοοικονομικής εξουσίας. Όσες και όσοι συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις, στο δρόμο ή σε χώρους εργασίας, χτυπήθηκαν με μανία, ξυλοκοπήθηκαν, βομβαρδίστηκαν με χημικά. Πρακτικές όπως αυτήν των προληπτικών προσαγωγών άρχισαν όχι μόνο να εφαρμόζονται σε ευρεία κλίμακα, αλλά και να συνοδεύονται από απόπειρες διαπόμπευσης, μέσω της δημοσιοποίησης προσωπικών στοιχείων. Η ίδια διαδικασία διαπόμπευσης άρχισε μάλιστα να εφαρμόζεται, σε στενή συνεργασία με το εισαγγελικό κατεστημένο, εναντίον οποιασδήποτε και οποιουδήποτε έκριναν τα τσιράκια της εξουσίας ότι θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα, κάθε φορά, το σχέδιο κατασκευής “ενόχων”. Χαρακτηριστική περίπτωση, οι οροθετικές γυναίκες που ρίχτηκαν βορά στο σκληρό προεκλογικό παιχνίδι των κομμάτων εξουσίας.

Ορόσημο για την ποσοτική και “ποιοτική” αναβάθμιση της κρατικής βίας, με νέες αντιλήψεις, μεθόδους και μέσα καταστολής, αποτέλεσαν οι εκλογές του Ιουνίου του 2012. Το σερβιρισμένο έτοιμο δίλλημα μεταξύ “καταστροφής” και “σωτηρίας” της οικονομίας και η αναγωγή του σε ύψιστο εθνικό διακύβευμα απέσπασε ως απάντηση την ανάθεση εξουσίας σε αυτούς που πλειοδότησαν σε υποσχέσεις ταχείας “εξόδου από την κρίση” και σε εθνικοφροσύνη.

Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έγινε ξεκάθαρο ότι η μοναδική αλλαγή στην ατζέντα της εξουσίας ήταν η συνειδητή, προσχεδιασμένη κλιμάκωση της κρατικής βίας. Συνειδητά επίσης, ενσωματώθηκαν στην εθνικιστική ρητορική αναφορές περί “καθήκοντος” ανάτασης της οικονομίας. Στο όνομα αυτού του καθήκοντος εκτοξεύονται πλαστικές σφαίρες εναντίον όσων επιλέγουν να αγωνιστούν ενάντια στα νέα σχέδια λεηλασίας της φύσης, η οποία πλασάρεται ως “αξιοποίηση ορυκτού πλούτου”. Στο όνομα αυτού του καθήκοντος, η φιγούρα του μετανάστη μικροπωλητή ανάγεται στη μεγαλύτερη απειλή κατά της εθνικής οικονομίας και η προεκλογική ρατσιστική ρητορική ταχύτατα μετουσιώνεται σε αστυνομικά πογκρόμ κατά μεταναστών και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Σήμερα, επτά μόλις μήνες μετά την “ετυμηγορία της κάλπης”, όλες οι γνωστές μέθοδοι καταστολής χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, επιμονή και συστηματικότητα. Ανασύρονται πρακτικές που έχουν χρησιμοποιηθεί διαχρονικά, είτε πρόκειται για σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια κατά κρατουμένων, είτε πρόκειται για ενεργοποίηση παρακρατικών μηχανισμών, που στη σημερινή συγκυρία ενδύονται το μανδύα της κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης.

Άσχετα από τα επικοινωνιακά ή κομματικά παιχνίδια που στήνονται, οι επιθέσεις που εξαπολύονται ενάντια σε καταλήψεις, στέκια και κάθε είδους αυτοοργανωμένα εγχειρήματα είναι επιθέσεις απόλυτα ενταγμένες σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό επιβολής “νόμου και τάξης”. Έχοντας ενεργοποιήσει και το τελευταίο παρακρατικό γρανάζι, το κράτος δε διεκδικεί απλώς περισσότερο χώρο για τη δικαιοδοσία του, δε στοχοποιεί απλώς κτίρια. Στοχοποιεί ανθρώπους που αγωνίζονται για αξιοπρέπεια, στοχοποιεί την ελεύθερη σκέψη και δράση, στοχοποιεί την επιλογή εναντίωσης στην καταστολή. Στοχοποιεί ιδέες που απειλούν να γίνουν οδοφράγματα στο δρόμο της μετάβασης προς ένα καθεστώς μόνιμα αυξημένης καταστολής.

Ιστορικά, οι καταλήψεις υπήρξαν ένα από τα βασικότερα προτάγματα του αναρχικού και γενικότερα του ριζοσπαστικότερου κομματιού των αγωνιζόμενων, είτε ως πολιτικές καταλήψεις, είτε ως καταλήψεις στέγης, είτε ως μέσο άσκησης πίεσης και επίθεσης απέναντι στην κρατική εξουσία.

Οι καταλήψεις στέγης είναι η ενσάρκωση της πολιτικής εκείνης συνείδησης που αρνείται να σταθεί παθητικά και συμβατικά απέναντι στην καταδυνάστευση και υποδούλωση, στο πλαίσιο της αστικής ζωής. Δεν είναι παρά οι αρνητές του καθεστώτος ιδιοκτησίας, που είναι βαθιά ριζωμένο στις συνειδήσεις και νομικά κατοχυρωμένο σε βάθος αιώνων, με αφετηρία τη φεουδαρχία και με συνέχιση στο διαφωτισμό και την παρουσίασή του ως νίκη των καταπιεσμένων, ενώ ουσιαστικά δεν ήταν παρά η νίκη των αστών και η κατοχύρωση της αρπαγμένης γης και της εργασιακής υπεραξίας στα χέρια τους. Με πρόταγμα το “Μπείτε στα άδεια σπίτια”, αρνούμαστε την τακτοποίηση των ζωών μας απο τους εξουσιαστές γιατί όλα μας ανήκουν και σκοπεύουμε να τα πάρουμε πίσω!

Οι καταλήψεις μας δεν είναι ούτε εστίες ανομίας, ούτε εστίες νομιμότητας. Είμαστε πέρα από κάθε νόμο και ενάντια στις αστικοδημοκρατικές δηλώσεις περι νομιμοφροσύνης και δικαιωμάτων. Ως αναρχικοί, έχουμε το δικό μας αξιακό κόσμο, που δε συσχετίζεται με κανένα αστικό, κρατικό και νομικό κώδικα, που έχει ως μόνο μέτρο τη βαθιά αλληλεγγύη, τη ρήξη με την εξουσία και δημιουργεί μόνο εστίες συντροφικότητας και ελευθερίας. Ως ζωντανοί οργανισμοί μέσα στη σαπίλα της αστικής μητρόπολης και της κανονικότητας, οι καταλήψεις εξελίσσονται και παίρνουν το χαρακτήρα των ανθρώπων που τις δημιουργούν και τις υποστηρίζουν. Καλούν σε συνδιαμόρφωση, προβληματισμό και συγκρότηση απέναντι στην ιεραρχημένη, αποξενωτική και αλλοτριωτική μορφή των σύγχρονων κοινωνιών. Αντιτάσσουν την αυτοδιαχείριση, τη συνδιαμορφωση, την πολιτικοποίηση και την αυτομόρφωση, ενάντια στην εμπορευματοποίηση της κοινωνικότητας, του πολιτισμού, της διασκέδασης, της παιδείας. Στέκονται εχθρικά απέναντι στην ανταγωνιστικότητα και στη λογική της ανάθεσης των ζωών μας σε όλα τα επίπεδα στα χέρια των “αρμόδιων” εξουσιαστών.

Η κατάληψη Πατησίων 61 & Σκαραμαγκά είναι ένας τέτοιος απελευθερωμένος χώρος. Γεννημένη από την εξέγερση του Δεκέμβρη, υπήρξε από το Μάρτιο του 2009 ένας χώρος ανοιχτός προς την κοινωνία με πολύμορφη τοπική και μη δράση. Από την απαρχή της στάθηκε εχθρικά απέναντι στον κόσμο της εξουσίας και των αφεντικών και στέγαζε τις επαναστατικές συνειδήσεις πολλών ανθρώπων. Μέσα σε αυτήν πραγματοποιούνταν μαθήματα αυτομόρφωσης, συλλογικές κουζίνες, εκδηλώσεις, καφενεία, προβολές και συνελεύσεις πολιτικού περιεχομένου.

Μία από αυτές, η Συνέλευση για την Αντισπισιστική Δράση, είναι μια συλλογικότητα vegan αναρχικών, που εδώ και 3 χρόνια αγωνίζεται για την απελευθέρωση των μη ανθρώπινων ζώων, των ανθρώπων και της φύσης. Προτάσσουμε τον αντισπισισμό και το βιγκανισμό, όχι ως προσωπική επιλογή αλλά ως πολιτική επιλογή άρρηκτα συνδεδεμένη με την καταστροφή κάθε εξουσίας και θεωρούμε την απελευθέρωση των ζώων αναπόσπαστο κομμάτι του αναρχικού αγώνα.

Από το Μάρτιο του 2010 που δημιουργήθηκε η συλλογικότητά μας, αποφασίσαμε συνειδητά να στεγάσουμε τις συνελεύσεις μας αλλά και τα vegan καφενεία που κάνουμε σε μόνιμη βάση, στην κατάληψη Πατησίων 61 & Σκαραμαγκά. Επιλέξαμε να είμαστε κομμάτι μιας αναρχικής κατάληψης στο κέντρο της Αθήνας, μέσω της οποίας δίνουμε καθημερινά τον αγώνα μας ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης και εκμετάλλευσης και αποτελούμε ανάχωμα στην επέλαση των φασιστών και των αφεντικών στην περιοχή.

Περάσαμε, λοιπόν, απ’ το σημείο απ’ όπου δεν υπάρχει επιστροφή!

Το κράτος, το κεφάλαιο και τα ΜΜΕ έχουν φτάσει στο χείλος του γκρεμού. Το φυλετικό μίσος, η εθνική ενότητα, η τάξη και ασφάλεια και το δόγμα της αντι-εξέγερσης είναι τα μόνα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν πλέον και πείθουν ελάχιστους. Η ωμή καταστολή είναι το μόνο μέσο που τους έχει απομείνει για την επιβίωσή τους. Σε συγκεντρώσεις και πορείες, σε απεργιακές διαδηλώσεις και σε όλες τις υπόλοιπες κινητοποιήσεις των εξαθλιωμένων πια εργαζομένων και ανέργων, στις αντιφασιστικές δράσεις, σε κάθε όψη της καθημερινότητας μας (αστυνομοκρατούμενο κέντρο, προληπτικές προσαγωγές, κρατικά και παρακρατικά πογκρόμ εναντίον μεταναστών, οροθετικών γυναικών, ομοφυλόφιλων, τοξικομανών) το κράτος διατηρεί το ρόλο του μέσω του ασφυκτικού ελέγχου και της βίαιης επιβολής. Στην προσπάθειά τους να μετατρέψουν την πόλη σε ένα απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης βρίσκουν εμπόδιο τους απελευθερωμένους χώρους μας και τις κοινότητες αγώνα που δημιουργούμε. Γι’ αυτό και μας εγκληματοποιούν, μας διώκουν και μας εκκενώνουν.

Καθ’ όλη τη χρονική περίοδο των εκκενώσεων, των συλλήψεων και της χυδαίας συκοφάντησης από τα ΜΜΕ και το κράτος, λαμβάνουν χώρα εκατοντάδες αυθόρμητες και μη πορείες και παρεμβάσεις, συγκεντρώσεις αλληλεγγύης, μικροφωνικές, στολίζονται χώροι με πανό, γράφονται και μοιράζονται χιλιάδες κείμενα, οι νύχτες ομορφαίνουν με εμπρησμούς εξουσιαστικών στόχων στην μητρόπολη και όχι μόνο, αποδεικνύοντας ότι κανένας σύντροφος δεν είναι μόνος του και ότι οι κατειλημμένοι χώροι δε θα παρθούν.

Η επερχόμενη εξέγερση είναι ήδη παντού!

Κάτω τα ξερά σας από την κατάληψη Πατησίων 61 & Σκαραμαγκά

Κάτω τα ξερά σας από την κατάληψη Villa Amalias, την κατάληψη Δέλτα, το στέκι Xanadu, το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι ΑΣΣΟΕ, τις ραδιοζώνες ανατρεπτικής έκφρασεις 98FM, την κατάληψη Λέλας Καραγιάννη 37

Καμία δίωξη στους συλληφθέντες των καταλήψεων

Συνεχίζουμε ανυποχώρητα τον αγώνα μας μέχρι την ολική απελευθέρωση
των ζώων, των ανθρώπων και της φύσης

Συνέλευση για την Αντισπισιστική Δράση

Πηγή: Eagainst


Μετάφραση: Ι.Π.
Δημοσιεύτηκε απ’ τις εκδόσεις ύπουλο χτύπημα

Κανένας δε θα έπρεπε να δουλεύει ποτέ.

Η δουλειά είναι η πηγή σχεδόν όλης της δυστυχίας του κόσμου. Σχεδόν όλα τα κακά πράγματα που αξίζουν ν΄ αναφερθούν προέρχονται από την εργασία ή από τη ζωή σ΄ ένα κόσμο σχεδιασμένο για εργασία. Για να σταματήσουμε να υποφέρουμε, πρέπει να σταματήσουμε να δουλεύουμε.

Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε πράγματα. Σημαίνει στην πραγματικότητα τη δημιουργία ενός νέου τρόπου ζωής στηριγμένου στο παιχνίδι. μ΄ άλλα λόγια, ένα φιλοπαίγμων γλέντι, κοινοβιακή ζωή και ίσως ακόμα και τέχνη. Υπάρχουν περισσότερα να παίξει κανείς από το παιδικό παιχνίδι, όση αξία και να ΄χει αυτό. Μιλώ για μια συλλογική περιπέτεια στη γενικευμένη χαρά και στην ελεύθερα αλληλεξαρτημένη πληθωρικότητα ιδεών και κεφιού. Το παιχνίδι δεν είναι παθητικό. Αναμφίβολα χρειαζόμαστε πολύ περισσότερο χρόνο καθαρά για τεμπέλιασμα και κωλοβάρεμα απ΄ ότι απολαμβάνουμε τώρα, ανεξάρτητα από το εισόδημα ή το επάγγελμα, αλλά όταν ανακτούμε από την εξάντληση που προκαλείται από την εργασία όλοι μας σχεδόν θέλουμε να δράσουμε. Ο Ομπλομοβισμός και ο Στακανοβισμός είναι οι δυο πλευρές του ίδιου υποτιμημένου νομίσματος.

Η παιχνιδιάρικη ζωή είναι εντελώς ασύμβατη με την υπάρχουσα πραγματικότητα. Τόσο το χειρότερο για την “πραγματικότητα”, τη βαρυτική τρύπα που ρουφάει τη ζωτικότητα από τους λίγους στη ζωή που ακόμα τη ξεχωρίζουν από την καθαρή επιβίωση. Περιέργως -ή ίσως και όχι- όλες οι παλιές ιδεολογίες είναι συντηρητικές γιατί πιστεύουν στη δουλειά. Μερικές απ΄ αυτές όπως ο μαρξισμός και οι περισσότερες τάσεις του αναρχισμού, πιστεύουν στη δουλειά με μεγάλη υπερηφάνεια γιατί πιστεύουν σε τόσα λίγα άλλα πράγματα.

Οι Φιλελεύθεροι λένε ότι πρέπει να σταματήσουμε τις διακρίσεις στην εργασία. Εγώ λέω ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε την εργασία. Οι συντηρητικοί υποστηρίζουν νόμους για το δικαίωμα στη δουλειά. Ακολουθώντας τον ιδιότροπο γαμπρό του Μαρξ Πωλ Λαφάργκ υποστηρίζω το δικαίωμα στην τεμπελιά. Οι αριστεριστές επικροτούν την πλήρη απασχόληση. Όπως οι σουρεαλιστές -μόνο που εγώ δεν αστειεύομαι-επικροτώ την πλήρη αεργία. Οι τροτσκιστές κινητοποιούνται για μόνιμη επανάσταση. Εγώ κινητοποιούμαι για μόνιμο γλέντι. Αλλά αν όλοι οι ιδεολόγοι υποστηρίζουν τη δουλειά (όπως και κάνουν) -και όχι μόνο γιατί σχεδιάζουν να αναγκάσουν άλλους ανθρώπους να κάνουν τη δική τους- είναι περιέργως απρόθυμοι να το πουν. Μιλάνε ατέλειωτα για ημερομίσθια, ώρες, συνθήκες εργασίας, εκμετάλλευση, παραγωγικότητα, κέρδος. Ευχαρίστως θα μιλήσουν για οτιδήποτε άλλο πέρα από τη δουλειά καθαυτή. Αυτοί οι ειδικοί που προσφέρονται να σκεφτούν για μας σπανίως μοιράζονται τα συμπεράσματά τους για τη δουλειά, παρόλη την εξέχουσα θέση που κατέχει στις ζωές όλων μας. Ανάμεσά τους ψιλολογούν τις λεπτομέρειες. Τα συνδικάτα και οι διοικήσεις συμφωνούν ότι πρέπει να πουλάμε το χρόνο των ζωών μας σ΄ αντάλλαγμα για την επιβίωση παρόλο που παζαρεύουν την τιμή. Οι μαρξιστές πιστεύουν ότι πρέπει οι εργοδότες μας να είναι γραφειοκράτες. Οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι οι εργοδότες πρέπει να ΄ναι επιχειρηματίες. Οι φεμινίστριες δεν ενδιαφέρονται για το τι μορφή παίρνει η εργοδοσία αρκεί οι εργοδότες να είναι γυναίκες. Είναι φανερό ότι αυτοί οι ιδεολογο-κάπηλοι έχουν σοβαρές διαφορές στο χωρισμό των λάφυρων της εξουσίας. Και είναι το ίδιο φανερό ότι κανένας τους δεν αντιτίθεται στην εξουσία σαν τέτοια και όλοι τους μας θέλουν να συνεχίσουμε να δουλεύουμε.

Μπορεί ν΄ αναρωτιέστε αν αστειεύομαι ή είμαι σοβαρός. Αστειεύομαι και είμαι και σοβαρός. Το να είσαι φιλοπαίγμων δε σημαίνει να είσαι φαιδρός. Το παιχνίδι δεν είναι απαραίτητα κάτι ελαφρύ, παρόλο που η ελαφρότητα δεν είναι ασημαντότητα: πολύ συχνά πρέπει να πάρουμε την ελαφρότητα στα σοβαρά. Θα ήθελα τη ζωή να είναι ένα παιχνίδι – αλλά ένα παιχνίδι με υψηλά κέρδη. Θέλω να παίζω για πάντα.

Η εναλλακτική λύση στη δουλειά δεν είναι απλά η αεργία. Το να είσαι φιλοπαίγμων δε σημαίνει να είσαι στα ναρκωτικά. Όση αξία και να δίνω στην ευχαρίστηση της αδράνειας, αυτή δε δίνει ποτέ τόση ικανοποίηση απ΄ όταν τονίζει άλλες ευχαριστήσεις και διασκεδάσεις. Ούτε προωθώ την καθορισμένη χρονικά βαλβίδα ασφαλείας που αποκαλείται αργία. κάθε άλλο. Η αργία είναι μη-δουλειά στο όνομα της δουλειάς. Η αργία είναι ο χρόνος που ξοδεύεται στην ανάρρωση από τη δουλειά και στην ξέφρενη αλλά απέλπιδη προσπάθεια να ξεχάσεις τη δουλειά. Πολλοί άνθρωποι γυρνάνε από τις διακοπές τόσο ηττημένοι που ανυπομονούν να ξαναρχίσουν δουλειά ώστε να ξεκουραστούν. Η κύρια διαφορά ανάμεσα στη δουλειά και την αργία είναι ότι στη δουλειά τουλάχιστον πληρώνεσαι για την αποξένωση και απoχαύνωσή σου.

Δεν παίζω με τους ορισμούς των λέξεων. Όταν λέω ότι θέλω να καταργήσω τη δουλειά, εννοώ αυτό ακριβώς που λέω, αλλά θέλω να πω αυτό που εννοώ καθορίζοντας τους όρους μου με μη-ιδιόμορφους τρόπους. Ο ελάχιστος ορισμός που μπορώ να δώσω για τη δουλειά είναι καταναγκαστική εργασία, που σημαίνει, υποχρεωτική παραγωγή. Και τα δυο στοιχεία είναι ουσιώδη. Η δουλειά είναι παραγωγή επιβαλλόμενη από οικονομικά ή πολιτικά μέσα, από το καρότο ή το ρόπαλο. (Το καρότο είναι απλά το ρόπαλο από άλλα μέσα). Αλλά δεν είναι όλη η δημιουργία δουλειά. Η δουλειά ποτέ δε γίνεται για την ίδια τη δουλειά, γίνεται για κάποιο προϊόν ή αποτέλεσμα απ΄ το οποίο ο εργάτης (ή, πιο συχνά, κάποιος άλλος) επωφελείται. Αυτό είναι απαραίτητα η δουλειά. Το να την ορίζεις σημαίνει το να την περιφρονείς. Αλλά η δουλειά είναι συνήθως χειρότερη από τις βαθμίδες καθορισμού της. Η δυναμική της κυριαρχίας που εμπεριέχεται στη δουλειά τείνει με το πέρασμα του χρόνου, στην τελειοποίηση. Στις προηγμένες εργασιακές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων όλων των βιομηχανικών κοινωνιών, είτε καπιταλιστικών, είτε “κομμουνιστικών”, η δουλειά σ΄ όλες τις περιπτώσεις αποκτά άλλα χαρακτηριστικά που επιτείνουν την αποκρουστικότητά της.

Συνήθως -κι αυτό είναι περισσότερο αληθινό στις “κομμουνιστικές” απ΄ότι στις καπιταλιστικές χώρες, όπου το κράτος είναι σχεδόν ο μόνος εργοδότης και όλοι είναι υπάλληλοι- η δουλειά συνεπάγεται την υπαλληλία, δηλ. τη μισθωτή εργασία, που σημαίνει το να πουλάς τον εαυτό σου με δόσεις. Έτσι, το 95% των αμερικανών που δουλεύουν, δουλεύουν για κάποιον (ή κάτι ) άλλο. Στην Κούβα ή στην Κίνα ή σε οποιοδήποτε άλλο μοντέλο που μπορεί να επικαλεστεί κανείς, το σχετικό ποσοστό πλησιάζει το 100%. Μόνο οι μαχόμενες επάλξεις των χωρικών του τρίτου κόσμου -Μεξικού, Τουρκίας, Ινδίας, Βραζιλίας- δίνουν περιστασιακά καταφύγιο σε σημαντικές συγκεντρώσεις αγροτών που διαιωνίζουν τον παραδοσιακό διακανονισμό των περισσότερων εργατών τις τελευταίες χιλιετηρίδες, την πληρωμή φόρων (=λύτρα) στο κράτος ή του ενοικίου σε παρασιτικούς γαιοκτήμονες ως αντάλλαγμα για να τους αφήσουν ήσυχους. Ακόμα κι αυτή η σκληρή μεταχείριση αρχίζει να φαίνεται εντάξει. Όλοι οι βιομηχανικοί εργάτες και οι εργαζόμενοι σε γραφεία είναι υπάλληλοι και υπό το είδος της επίβλεψης που εξασφαλίζει τη δουλικότητα.

Αλλά η σύγχρονη δουλειά έχει χειρότερες συνέπειες. Οι άνθρωποι δε δουλεύουν απλά, έχουν “δουλειές”. Ένα άτομο είναι αναγκασμένο να κάνει μια παραγωγική εργασία όλη την ώρα, όντας αναγκασμένος να κάνει κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν η εργασία περιέχει ένα ποσοστό ενδογενούς ενδιαφέροντος (που όλο και περισσότερες δουλειές δεν έχουν), η μονοτονία της εξαναγκαστικής της αποκλειστικότητας την αποστραγγίζει από τις διασκεδαστικές της δυνατότητες. Μια “δουλειά” η οποία μπορεί να ενώσει τις ενέργειες μερικών ανθρώπων, για ένα λογικά καθορισμένο χρονικό διάστημα, για διασκέδαση, είναι απλά ένα βάρος σ΄ αυτούς που πρέπει να την κάνουν για 40 ώρες την εβδομάδα, χωρίς λόγο για το πως πρέπει να γίνεται, για το όφελος ιδιοκτητών που δε συνεισφέρουν τίποτε στο έργο, και χωρίς τη δυνατότητα του καταμερισμού εργασίας ή του διαμερισμού καθηκόντων ανάμεσα σ΄ αυτούς που στην πραγματικότητα πρέπει να την κάνουν. Αυτός είναι ο αληθινός κόσμος της εργασίας: ένας κόσμος γραφειοκρατικής ανικανότητας, ή σεξουαλικής παρενόχλησης και διακρίσεων, ή ηλιθίων αφεντικών που εκμεταλλεύονται και θυματοποιούν τους υφισταμένους τους οι οποίοι -με οποιοδήποτε λογικό / τεχνικό κριτήριο- θα έπρεπε να είναι οι πιο σημαντικοί. Αλλά ο καπιταλισμός στον αληθινό κόσμο καταπιέζει τη λογική μεγιστοποίηση της παραγωγής και του κέρδους για να επιτύχει τον οργανωτικό έλεγχο.

Αυτός ο υποβιβασμός που υφίστανται οι περισσότεροι εργαζόμενοι στη δουλειά τους, είναι το σύνολο των διάφορων εξευτελισμών που μπορούν να μετονομαστούν σε “πειθαρχία”. Ο Φουκώ περιέπλεξε αυτό το φαινόμενο, αλλά είναι αρκετά απλό. Η πειθαρχία συνίσταται στην ολοκληρωτικότητα των ολοκληρωτικών ελέγχων στη δουλειά -επίβλεψη, ρουτίνα, επιβαλλόμενος ρυθμός δουλειάς, ποσοστά παραγωγής, χτύπημα κάρτας κτλ Η πειθαρχία είναι το κοινό στοιχείο του εργοστασίου, του γραφείου και του μαγαζιού, με τη φυλακή, το σχολείο και το ψυχιατρικό άσυλο. Είναι κάτι ιστορικά μοναδικό και φρικτό. Ήταν πέρα από τις δυνατότητες τέτοιων διαβολικών δικτατόρων του παλιού καιρού, όπως ο Νέρων, Ο Τζέκινς Χαν και ο Ιβάν ο Τρομερός. Παρόλες τις κακές προθέσεις τους, απλά δεν είχαν το μηχανισμό για να ελέγξουν τους υπηκόους τους τόσο ολοκληρωτικά, όσο τους ελέγχουν οι σύγχρονοι δεσπότες. Η πειθαρχία είναι η καθαρά διαβολική σύγχρονη μέθοδος ελέγχου, είναι μια καινοτομική εισβολή στη ζωή μας που πρέπει να απαγορευθεί με την πρώτη ευκαιρία.

* * *

Αυτή είναι η “δουλειά”. Το παιχνίδι είναι εντελώς το αντίθετο. Το παιχνίδι είναι πάντα εθελοντικό. Κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν παιχνίδι, γίνεται δουλειά αν είναι αναγκαστικό. Αυτό είναι αξίωμα. Ο Bernie de Coven όρισε το παιχνίδι ως την ” αναστολή των συνεπειών”. Αυτό είναι απαράδεχτο αν υπονοεί ότι το παιχνίδι είναι ανακόλουθο. Το θέμα δεν είναι ότι το παιχνίδι είναι χωρίς συνέπειες. Κάτι τέτοιο έχει ως στόχο να υποβιβάσει το παιχνίδι. Το θέμα είναι ότι οι συνέπειες, αν υπάρχουν, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Το να παίζεις και το να δίνεις είναι στενά συνδεδεμένα, είναι οι μπηχεβιοριστικές και συναλλαγματικές όψεις του ίδιου ορμέμφυτου, του ένστικτου του παιχνιδιού. Μοιράζονται μια αριστοκρατική περιφρόνηση για τα αποτελέσματα. Ο παίχτης κερδίζει κάτι απ΄ το παιχνίδι. Ααυτός είναι ο λόγος που παίζει. Αλλά η κύρια ανταμοιβή είναι η εμπειρία της δραστηριότητας αυτής καθεαυτής (όποια και να ΄ναι αυτή). Κάποιοι κατά τ΄ άλλα επιμελείς μελετητές του παιχνιδιού, όπως ο Kohan Huizinga (“Homo Ludens”) το ορίζουν ως παίξιμο παιχνιδιού ή ακολούθηση κανόνων. Σέβομαι το εύρος γνώσεων του Huizinga αλλά απορρίπτω κατηγορηματικά τους περιορισμούς του. Υπάρχουν πολλά καλά παιχνίδια (σκάκι, μπέιζμπολ, Μονόπολη, μπριτζ), που καθορίζονται από κανόνες αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα να παίξει κανείς από τέτοια παιχνίδια. Συζητήσεις, σεξ, χορός, ταξίδια -αυτές οι δραστηριότητες δεν καθορίζονται από κανόνες αλλά σίγουρα είναι παιχνίδια. Και κάποιος μπορεί να παίξει με τους κανόνες τουλάχιστον τόσο ελεύθερα όσο και μ΄ οτιδήποτε άλλο.

Η εργασία παράγει μια καρικατούρα της ελευθερίας. Η επίσημη γραμμή είναι ότι όλοι έχουμε δικαιώματα και ζούμε σε δημοκρατία. Άλλοι δυστυχείς που δεν είναι ελεύθεροι όπως εμείς, ζούνε σε αστυνομικά κράτη. Αυτά τα θύματα είναι αναγκασμένα να υπακούουν κανόνες, όσο αυθαίρετοι και να είναι. Οι αρχές τους έχουν υπό συνεχή επιτήρηση. Οι κρατικοί γραφειοκράτες ελέγχουν ακόμα και τις παραμικρές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Οι επίσημοι που τους εξουσιάζουν δε λογοδοτούν παρά σε ανώτερους, δημοσίως ή ιδιωτικά. Αλλιώς, η διαφωνία και η ανυπακοή τιμωρούνται. Χαφιέδες δίνουν αναφορά σε σταθερή βάση στις αρχές. Όλα αυτά υποτίθεται ότι είναι πολύ κακά.

Και έτσι είναι, παρόλο που δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από μια περιγραφή του σύγχρονου περιβάλλοντος εργασίας. Οι φιλελεύθεροι και οι συντηρητικοί και οι ελευθεριακοί που κλαίγονται για τον ολοκληρωτισμό είναι υποκριτές και κάλπηδες. Υπάρχει πιο πολύ ελευθερία σ΄οποιοδήποτε μέση αποσταλινικοποιημένη δικτατορία απ΄ ότι υπάρχει στον κανονικό Αμερικάνικο εργασιακό χώρο. Βρίσκεις το ίδιο είδος ιεραρχίας και πειθαρχίας σε ένα γραφείο ή εργοστάσιο με μια φυλακή ή ένα μοναστήρι. Στην πραγματικότητα, όπως έδειξαν ο Φουκώ και άλλοι, οι φυλακές και τα εργοστάσια εμφανίζονται περίπου την ίδια χρονική περίοδο, και οι διευθυντές τους δανείζονταν συνειδητά ο ένας τις τεχνικές ελέγχου του άλλου. Ο εργάτης είναι σκλάβος για το διάστημα που δουλεύει. Το αφεντικό λέει πότε να εμφανιστεί, πότε να φύγει, και τι να κάνει στο ενδιάμεσο. Σου λέει πόση δουλειά να κάνεις και πόσο γρήγορα. Έχει το ελεύθερο να επεκτείνει τον έλεγχο σε εξευτελιστικές ακρότητες, κανονίζοντας κατά βούληση τα ρούχα που φοράς ή το πόσο συχνά πας στο μπάνιο. Με μερικές εξαιρέσεις, μπορεί να σε απολύσει για οποιοδήποτε λόγο, ή χωρίς καθόλου λόγο. Σε κατασκοπεύει με καταδότες και επόπτες, φτιάχνει ένα ντοσιέ για κάθε υπάλληλο. Το να αντιμιλάς θεωρείται “ανυπακοή”, σαν ο εργάτης να είναι ένα κακομαθημένο παιδί, και όχι μόνο απολύεσαι γι’ αυτό, αλλά δε σου δίνει και δικαίωμα για αποζημίωση. Χωρίς απαραίτητα να επιδοκιμάζεται, είναι άξιο αναφοράς ότι τα παιδιά στο σπίτι και στο σχολείο αντιμετωπίζουν παρόμοια συμπεριφορά, δικαιολογημένη από την υποτιθέμενη ανωριμότητά τους. Τι λέει αυτό για τους γονείς και τους δασκάλους τους που δουλεύουν;

Το υποτιμητικό σύστημα της κυριαρχίας που περιέγραψα κυριαρχεί πάνω στις μισές ώρες εγρήγορσης της πλειοψηφίας των γυναικών και της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανδρών για δεκαετίες, για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό δεν είναι πολύ παραπλανητικό να αποκαλέσουμε το σύστημά μας δημοκρατία ή καπιταλισμό ή – ακόμα καλύτερα- βιομηχανικισμό, αλλά τα πραγματικά του ονόματα είναι εργοστασιακός φασισμός και γραφειο-ολιγαρχία. Οποιοσδήποτε λέει ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι ψεύδεται ή είναι ηλίθιος. Είσαι ότι κάνεις. Αν κάνεις βαρετή, ηλίθια μονότονη δουλειά, κατά πάσα πιθανότητα θα γίνεις βαρετός, ηλίθιος και μονότονος. Η δουλειά προσφέρει μια πολύ καλύτερη εξήγηση της έρπουσας κρετινοποίησης γύρω μας, ακόμα και από τόσο σημαντικούς αποβλακωτικούς μηχανισμούς όπως η τηλεόραση και η εκπαίδευση. Άνθρωποι που υποβάλλονται σε πειθαρχία όλη τους τη ζωή, παραδίδονται στη δουλειά μετά το σχολείο και ομαδοποιούνται από την οικογένεια στην αρχή και το γηροκομείο στο τέλος, έχουν συνηθίσει στην ιεραρχία και είναι ψυχολογικά σκλαβωμένοι. Η ικανότητά τους για αυτονομία έχει ατροφήσει τόσο που ο φόβος τους για την ελευθερία είναι ανάμεσα στις λίγες λογικά θεμελιωμένες φοβίες τους. Η πειθαρχημένη εκπαίδευσή της στη δουλειά μεταφέρεται στις οικογένειες που ξεκινούν, αναπαράγοντας έτσι το σύστημα με περισσότερους από ένα τρόπους, και στην πολιτική την κουλτούρα και σ΄οτιδήποτε άλλο. Όταν απομυζάς τη ζωτική δύναμη των ανθρώπων στη δουλειά, πιθανότατα θα υποταχθούν στην ιεραρχία και θα εξειδικευθούν σ΄ οτιδήποτε. Είναι συνηθισμένοι να το κάνουν.

Είμαστε τόσο κοντά στον κόσμο της δουλειάς που δε μπορούμε να δούμε τι μας κάνει. Πρέπει να στηριχτούμε σε εξωτερικούς παρατηρητές από άλλους καιρούς ή άλλες κουλτούρες για να εκτιμήσουμε την ακρότητα και την παθολογία της τωρινής μας θέσης. Υπήρχε μια εποχή στο παρελθόν μας όταν η “ηθική βάση της δουλειάς” θα ήταν ακατανόητη, και ίσως ο Weber να είχε βρει κάτι όταν συνέδεε την εμφάνισή της με μια θρησκεία, τον Καλβινισμό, ο οποίος αν αναδυόταν σήμερα αντί για πριν τέσσερις αιώνες θα ταίριαζε αμέσως σ΄ αυτό που κατηγοριοποιούμε ως cult. Αν θεωρήσουμε ότι κάτι τέτοιο ισχύει, πρέπει απλά να στηριχτούμε στη σοφία της αρχαιότητας για να έχουμε μια σωστή άποψη της δουλειάς. Οι αρχαίοι είδαν τη δουλειά όπως ήταν, και η άποψή τους κυριάρχησε, παρά την Καλβινιστική παραφροσύνη, μέχρι να εκθρονιστεί από τη βιομηχανική επανάσταση – αλλά όχι πριν την επιδοκιμασία των προφητών της.

Ας προσποιηθούμε για μια στιγμή ότι η δουλειά δεν κάνει τους ανθρώπους γελοιοποιημένους υποτακτικούς. Ας προσποιηθούμε, αψηφώντας κάθε εύλογη αναφορά στην ψυχολογία και την ιδεολογία των υποστηρικτών της, ότι δεν έχει καμιά επίδραση στο σχηματισμό του χαρακτήρα. Και ας προσποιηθούμε ότι η δουλειά δεν είναι τόσο βαρετή και κουραστική και εξευτελιστική όπως όλοι ξέρουμε ότι είναι. Ακόμα και τότε, η δουλειά θα συνέχιζε να αποτελεί κοροϊδία όλων των ουμανιστικών και δημοκρατικών φιλοδοξιών, μόνο και μόνο γιατί σφετερίζεται ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του χρόνου μας. Ο Σωκράτης έλεγε ότι οι χειρωνακτικοί εργάτες ήταν κακοί σα φίλοι και σαν πολίτες γιατί δεν είχαν χρόνο να εκπληρώσουν τις υπευθυνότητές τους ως φίλοι και ως πολίτες. Είχε δίκιο. Εξαιτίας της δουλειάς, ότι και να κάνουμε, συνεχίζουμε να κοιτάμε τα ρολόγια μας. Το μόνο “ελεύθερο” πράγμα από τον αποκαλούμενο ελεύθερο χρόνο μας είναι ότι δεν κοστίζει τίποτε στο αφεντικό. Ο ελεύθερος χρόνος ως επί το πλείστον αφιερώνεται στην ετοιμασία για τη δουλειά, στο να πηγαίνεις στη δουλειά, να επιστρέφεις από τη δουλειά, και να αναρρώνεις από τη δουλειά. Ο ελεύθερος χρόνος είναι ένας ευφημισμός για τον περίεργο τρόπο που η δουλειά ως παράγοντας παραγωγής όχι μόνο μεταφέρεται από και προς το χώρο της εργασίας με δικά της έξοδα, αλλά και θεωρεί και την πρωταρχική ευθύνη για τη διατήρηση και επισκευή της ως δεδομένη. Το κάρβουνο και το ατσάλι δεν κάνουν κάτι τέτοιο. Οι τόρνοι και οι γραφομηχανές δεν το κάνουν. Αλλά οι εργάτες το κάνουν. Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Εdward G.Robinson σε μια από τις διάσημες γκανγκστερικές του ταινίες αποφάνθηκε, “Η δουλειά είναι για κορόιδα”.

Και ο Πλάτωνας και ο Ξενοφώντας αποδίδουν στο Σωκράτη και προφανώς μοιράζονται μαζί του, τη γνώση των καταστρεπτικών συνεπειών της δουλειάς στον εργάτη ως πολίτη και ως ανθρώπινο ον. Ο Ηρόδοτος αναγνώριζε την περιφρόνηση για τη δουλειά ως ένα χαρακτηριστικό των κλασσικών ελλήνων στο ζενίθ του πολιτισμού τους. Για να πάρουμε ένα μόνο παράδειγμα από τη Ρώμη, ο Κικέρων έλεγε ότι “όποιος προσφέρει την εργασία του για λεφτά πουλά τον εαυτό του και τον τοποθετεί στις τάξεις των σκλάβων”. Η ειλικρίνειά του είναι πλέον σπάνια, αλλά κατά καιρούς πρωτόγονες κοινωνίες, τις οποίες έχουμε το συνήθειο να βλέπουμε υποτιμητικά, έχουν παράσχει εκπροσώπους που έχουν διαφωτίσει τους Δυτικούς ανθρωπολόγους. Οι Καπάκου του Δυτικού Ίριαν, σύμφωνα με τον Posposil, έχουν συλλάβει την ισορροπία στη ζωή και κατά συνέπεια δουλεύουν μόνο μέρα παρά μέρα, με την ημέρα της ανάπαυσης να είναι σχεδιασμένη ώστε να “ανακτήσεις τη χαμένη δύναμη και υγεία”. Οι προγονοί μας, ακόμα και μέχρι τον 18ο αιώνα όταν ήδη βρίσκονταν στο δρόμο για τη σημερινή μας κατάντια, τουλάχιστον ήξεραν αυτά που έχουμε ξεχάσει, τη σκοτεινή πλευρά της βιομηχανοποίησης. Η θρησκευτική τους αφοσίωση στην “Αγία Δευτέρα” – καθιερώνοντας έτσι ένα de facto πενθήμερο 150-200 χρόνια πριν τη νόμιμη χειροτόνησή του- έφερνε απελπισία στους πρώιμους ιδιοκτήτες εργοστασίων. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να υποταχθούν στην τυραννία του κουδουνιού, προκάτοχο του ρολογιού. Στην πραγματικότητα ήταν αναγκαίο για μια γενιά ή δυο, να αντικατασταθούν οι ενήλικοι άνδρες με γυναίκες που είχαν συνηθίσει στην υποταγή και παιδιά που μπορούσαν να καλουπωθούν στις βιομηχανικές ανάγκες. Ακόμα και οι εκμεταλλευόμενοι χωρικοί του ancien regime έκλεβαν σημαντικό χρόνο από τη δουλειά των γαιοκτημόνων τους. Σύμφωνα με το Λαφάργκ, το ένα τέταρτο του ημερολογίου των Γάλλων χωρικών ήταν αφιερωμένο σε Κυριακές και διακοπές, και τα νούμερα του Chayanov από χωριά στην Τσαρική Ρωσία -μια καθόλου προοδευτική κοινωνία- ομοίως δείχνουν το ένα τέταρτο ή ένα πέμπτο των ημερών των χωρικών αφιερωμένο στην ξεκούραση. Ελέγχοντας για την παραγωγικότητα, είμαστε φανερά πολύ πίσω απ΄ αυτές τις καθυστερημένες κοινωνίες. Οι εκμεταλλευόμενοι μουζίκοι θα αναρωτιόντουσαν γιατί δουλεύουμε. Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουμε κι εμείς.

Για να κατανοήσουμε όλο το πελώριο μέγεθος της κατάπτωσής μας, όμως, ας θεωρήσουμε την πλέον πρώιμη κατάσταση της ανθρωπότητας, χωρίς κυβέρνηση ή ιδιοκτησία, όταν περιφερόμασταν ως τροφοσυλλέκτες. Ο Hobbes έκανε την εικασία ότι η ζωή τότε ήταν άσχημη, βίαιη και μικρή σε μέγεθος. Άλλοι συμπεραίνουν ότι η ζωή ήταν ένας απελπισμένος, αδιάκοπος αγώνας για την επιβίωση, ένας πόλεμος κηρυγμένος ενάντια σε μια Φύση σκληρή με το θάνατο και την καταστροφή να περιμένουν τους άτυχους ή τον οποιονδήποτε που δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει στην πρόκληση του αγώνα για ύπαρξη. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά ήταν μια προβολή φόβων για την κατάρρευση της εξουσίας της κυβέρνησης σε κοινότητες που δεν ήταν συνηθισμένες να υπάρξουν χωρίς αυτή, όπως η Αγγλία του Ηobbes στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Οι συμπατριώτες του Ηobbes είχαν ήδη αντιμετωπίσει εναλλακτικές μορφές κοινωνίας που εισήγαγαν άλλους τρόπους ζωής -στη Βόρεια Αμερική ιδιαίτερα- αλλά αυτές ήταν ήδη πολύ απόμακρες από την εμπειρία τους για να είναι κατανοητές. (Οι κατώτερες τάξεις, πιο κοντινές στην κατάσταση των Ινδιάνων, τις κατάλαβαν καλύτερα και συχνά τις βρήκαν ελκυστικές. Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, εγγλέζοι άποικοι αυτομόλησαν σε ινδιάνικες φυλές ή, αιχμαλωτισμένοι στον πόλεμο, αρνήθηκαν να επιστρέψουν. Αλλά οι ινδιάνοι δεν αυτομολούσαν σε αποικίες λευκών σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους γερμανούς που σκαρφάλωναν το τείχος του Βερολίνου από τη δυτική του πλευρά.) Η εκδοχή της “επιβίωσης του ικανότερου” -η εκδοχή του Tomas Huxley- του δαρβινισμού ήταν καλύτερη ως περιγραφή των οικονομικών συνθηκών της Βικτοριανής Αγγλίας απ΄ ότι της φυσικής επιλογής, όπως έδειξε ο αναρχικός Κροπότκιν στο βιβλίο του “Αμοιβαία βοήθεια, ένας παράγοντας εξέλιξης”. (Ο Κροπότκιν ήταν επιστήμονας -γεωγράφος- που άθελά του είχε άφθονες ευκαιρίες για δουλειά στο αντικείμενό του όσο ήταν εξόριστος στη Σιβηρία: ήξερε για τι πράγμα μιλούσε). Όπως οι περισσότερες κοινωνικές και πολιτικές θεωρίες, η ιστορία που ειπώθηκε από το Hobbes και τους διαδόχους του ήταν πραγματικά μια μη-αναγνωρισμένη αυτοβιογραφία.

Ο ανθρωπολόγος Marshal Sahlins, εξετάζοντας τα δεδομένα πάνω σε σύγχρονους τροφοσυλλέκτες, κατέρριψε το Χομπεσιανό μύθο σε ένα άρθρο με τίτλο “Η Αυθεντική Κοινωνία της Αφθονίας”. Δουλεύουν πολύ λιγότερο απ΄ ότι εμείς, και η δουλειά τους είναι δύσκολο να διακριθεί απ΄ ότι εμείς θεωρούμε ως παιχνίδι. Ο Sahlins έφτασε στο συμπέρασμα ότι “οι κυνηγοί και οι τροφοσυλλέκτες δουλεύουν λιγότερο απ΄ ότι εμείς. και η αναζήτηση της τροφής είναι περιοδική μάλλον παρά ένα αδιάκοπο ταξίδι, η ξεκούραση είναι άφθονη και υπάρχει ένα μεγαλύτερο ποσό ημερήσιου ύπνου κατά κεφαλήν ετησίως απ΄ ότι σε οποιαδήποτε άλλη κατάσταση της κοινωνίας”. Δούλευαν κατά μέσο όρο τέσσερις ώρες την ημέρα, αν υποθέσουμε ότι “δούλευαν” καν. Η “εργασία” τους, όπως φαίνεται σ΄ εμάς, ήταν ειδικευμένη και εξασκούσε τις φυσικές και διανοητικές τους ικανότητες. Η μη-ειδικευμένη εργασία σε οποιαδήποτε μεγάλη κλίμακα, όπως λέει ο Sahlin, είναι αδύνατη οπουδήποτε αλλού πέρα από το βιομηχανικό καθεστώς. Έτσι ικανοποιούσε τον ορισμό του Friedrich Schiller για το παιχνίδι, τη μοναδική περίπτωση που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την πλήρη ανθρωπιά του παίζοντας ολοκληρωτικά και με τις δυο πλευρές της δίπτυχης φύσης του, σκεφτόμενος και συναισθανόμενος. Όπως το έθεσε: “Το ζώο δουλεύει όταν η κινητήρια δύναμη της δραστηριότητάς του είναι η στέρηση και παίζει όταν η πληρότητα της δύναμής του είναι αυτή η κινητήρια δύναμη, όταν η υπεράφθονη ζωή είναι το δικό του κίνητρο για δραστηριότητα”. (Μια σύγχρονη εκδοχή – αμφίβολα αναπτυξιακή- είναι η αντιδιαστολή των κινήτρων της “έλλειψης” και της “ανάπτυξης”, του Abraham Maslow). Το παιχνίδι και η ελευθερία είναι, σ΄ ότι αφορά την παραγωγή, αλληλοσυμπληρώμενα. Ακόμα και ο Μαρξ, που ανήκει (παρόλες τις καλές του προθέσεις) στο πάνθεον των παραγωγιστών, παρατήρησε ότι “το βασίλειο της ελευθερίας δεν ξεκινά πριν να περάσουμε το σημείο όπου απαιτείται εργασία υπό τον εξαναγκασμό της αναγκαιότητας και εξωγενούς χρησιμότητας”. Δεν κατάφερε ποτέ να ταυτιστεί με αυτή την ευτυχισμένη περίσταση ως αυτή καθ΄ αυτή, την κατάργηση της δουλειάς, -είναι μάλλον ανώμαλο, στο κάτω-κάτω, να είσαι υπέρ των εργατών και κατά της εργασίας – αλλά εμείς μπορούμε.

Η φιλοδοξία να πάμε πίσω ή μπροστά σε μια ζωή χωρίς εργασία είναι φανερή σε κάθε σοβαρή κοινωνική ή πολιτισμική ιστορία της προβιομηχανικής Ευρώπης, ανάμεσά τους το “Η Μετάβαση της Ευρώπης” του Μ.Dorothy George και το “Λαϊκή κουλτούρα στις Αρχές της Μοντέρνας Ευρώπης” του Peter Burke. Σχετικό είναι επίσης το δοκίμιο του Daniel Bell “Η Δουλειά και οι Δυστυχίες της”, το πρώτο κείμενο, πιστεύω, που αναφέρθηκε στην “επανάσταση ενάντια στη δουλειά” με τόσες πολλές λέξεις και, αν είχε γίνει κατανοητό, θ΄ αποτελούσε μια σημαντική διόρθωση στην αυταρέσκεια που σχετιζόταν αρχικά με τη συλλογή κειμένων απ΄ όπου επιλέχθηκε, “Το Τέλος της Ιδεολογίας”. Ούτε οι επικριτές ούτε οι υποστηρικτές του παρατήρησαν ότι η θέση του τέλους της ιδεολογίας του Bell δε σηματοδοτούσε το τέλος της κοινωνικής ανησυχίας αλλά την αρχή μιας νέας, μη-καταχωρημένης φάσης ανεμπόδιστης και μη-επηρεασμένης από την ιδεολογία. Ήταν ο Seymour Lipset (στον “Πολιτικό Άνδρα”), και όχι ο Bell, που ανακοίνωσε την ίδια χρονική περίοδο ότι “τα βασικά προβλήματα της Βιομηχανικής Επανάστασης έχουν λυθεί”, μόλις λίγα χρόνια πριν η μεταβιομηχανική δυσφορία των φοιτητών οδήγησε το Lipset από το Πανεπιστήμιο του Berkeley στη σχετική (και προσωρινή) ηρεμία του Harvard.

Όπως επισημαίνει ο Bell, ο Adam Smith στο “Πλούτο των Εθνών”, παρόλο τον ενθουσιασμό του για την αγορά και το διαχωρισμό εργασίας, είχε μεγαλύτερη επίγνωση (και ήταν και πιο ειλικρινής γι’ αυτή) της άσχημης πλευράς της δουλειάς απ΄ ότι ο Αyn Rand οι οικονομολόγοι του Σικάγου ή οποιοσδήποτε από τους σύγχρονους επιγόνους του. Όπως παρατήρησε ο Smith: “Η αντιληπτική ικανότητα του μεγαλύτερου μέρους των ανθρώπων μορφοποιείται απαραίτητα από την καθημερινή τους εργασία. Ο άνθρωπος του οποίου η ζωή αναλίσκεται στο να πραγματοποιεί λίγους απλούς χειρισμούς…δεν έχει καμία τύχη στο να διευρύνει την αντίληψή του…Γενικά γίνεται τόσο αμαθής και ηλίθιος όσο είναι δυνατό να γίνει ένα ανθρώπινο πλάσμα”. Εδώ, σε μερικές απέριττες λέξεις, βρίσκεται η κριτική μου για την εργασία. Ο Bell, γράφοντας το 1956, τη Χρυσή Εποχή της ηλιθιότητας του Αϊζενχάουερ και της Αμερικάνικης αυτο-ικανοποίησης, αναγνώρισε την ανοργάνωτη, μη-οργανώσιμη δυσφορία που υπάρχει από το 1970 και μετά, αυτή που αναγνωρίσθηκε στην έρευνα του HEW “Η δουλειά στην Αμερική”, αυτή που δε μπορεί να γίνει προϊόν εκμετάλλευσης και έτσι αγνοείται. Αυτό το πρόβλημα είναι η εξέγερση ενάντια στη δουλειά. Δεν εμφανίζεται σε κανένα κείμενο κάποιου οικονομολόγου του laissez-faire -Milton Friedman, Murray Rothbard, Richard Posner – γιατί, σύμφωνα μ΄ αυτούς, όπως έλεγαν στο Lost In Space, “it does not compute”.

Αν αυτά τα προβλήματα, ιδωμένα από την αγάπη για την ελευθερία, δεν καταφέρνουν να πείσουν τους ανθρωπιστές της ωφελιμιστικής ή ακόμα και πατερναλιστικής πλευράς, υπάρχουν άλλα που δε μπορούν να τα αγνοήσουν. Η δουλειά είναι επικίνδυνη για την υγεία σας, για να δανειστούμε ένα τίτλο βιβλίου. Στην πραγματικότητα η δουλειά είναι μαζική δολοφονία ή γενοκτονία. Άμεσα ή έμμεσα, η δουλειά θα σκοτώσει τους περισσότερους από τους ανθρώπους που διαβάζουν αυτές τις γραμμές. 14.000 με 25.000 εργάτες σκοτώνονται ετησίως εν ώρα εργασίας σ΄ αυτή τη χώρα (Ε.Π.Α.). Πάνω από 2 εκατομμύρια αποκτούν αναπηρίες. Είκοσι με εικοσιπέντε εκατομμύρια τραυματίζονται ετησίως. Και αυτοί οι αριθμοί βασίζονται σε μια πολύ συντηρητική εκτίμηση του τι αποτελεί ένα εργατικό ατύχημα. Έτσι δεν υπολογίζονται οι 500 χιλιάδες περιπτώσεις εργατικών ασθενειών, ετησίως. Κοίταξα ένα ιατρικό εγχειρίδιο εργατικών ασθενειών που ήταν 1200 σελίδες. Ακόμα και αυτό σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία καταμετρούν τις φανερές περιπτώσεις όπως οι 100.000 εργαζόμενοι σε ορυχεία που πάσχουν από προβλήματα με τους πνεύμονες, από τους οποίους 4.000 πεθαίνουν κάθε χρόνο, ένα πολύ υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας απ΄ ότι αυτό του AIDS, για παράδειγμα, που λαμβάνει τόση πολύ δημοσιότητα από τα media. Αυτό αντανακλά τη μη-εκφρασμένη ανοιχτά υπόθεση ότι το AIDS βασανίζει τους διεφθαρμένους που θα μπορούσαν να ελέγξουν την αχρειότητά τους, ενώ η εξόρυξη άνθρακα είναι μια ιερή και απαραβίαστη δραστηριότητα πέραν αμφισβήτησης. Αυτό που οι στατιστικές δε δείχνουν είναι ότι η διάρκεια της ζωής δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων ελαττώνεται λόγω της δουλειάς – κάτι που στο κάτω-κάτω είναι ο ορισμός της λέξης ανθρωποκτονία. Σκεφτείτε τους γιατρούς που δουλεύουν μέχρι θανάτου στα 50 τους. Σκεφτείτε όλους τους άλλους εργασιομανείς.

Ακόμα κι αν δε σκοτωθείς ή σακατευτείς ενώ δουλεύεις, μπορεί κάλλιστα να το πάθεις ενώ πηγαίνεις στη δουλειά, επιστρέφεις από τη δουλειά, ψάχνοντας για δουλειά ή προσπαθώντας να ξεχάσεις τη δουλειά. Η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων των αυτοκινητόδρομων ή κάνουν μια απ΄ αυτές τις εξαναγκασμένες-από-τη-δουλειά δραστηριότητες ή πέφτουν θύματα αυτών που τις κάνουν. Σ΄ αυτή τη γιγάντια καταμέτρηση πτωμάτων πρέπει να προστεθούν τα θύματα της μόλυνσης εξαιτίας της βιομηχανίας και των αυτοκινήτων και του αλκοολισμού και εθισμού στα ναρκωτικά εξαιτίας της δουλειάς. Και ο καρκίνος και οι καρδιοπάθειες είναι σύγχρονες δυστυχίες που συνήθως οφείλονται, άμεσα ή έμμεσα, στη δουλειά.

Η δουλειά άρα, καθιερώνει την ανθρωποκτονία ως τρόπο ζωής. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι κάτοικοι της Καμπότζης ήταν τρελαμένοι για να εξοντωθούν, αλλά μήπως εμείς είμαστε διαφορετικοί; Το καθεστώς του Pol Pot τουλάχιστον είχε ένα όραμα, αν και θολό, μιας κοινωνίας ισότητας. Εμείς σκοτώνουμε ανθρώπους με εξαψήφιο ρυθμό με σκοπό να πουλήσουμε Big Macs ή Cadillacs στους επιζώντες. Τα σαράντα ή πενήντα χιλιάδες θανάσιμα δυστυχήματα των αυτοκινητόδρομων ετησίως (ΣτΜ: για τις ΕΠΑ) είναι θύματα, όχι μάρτυρες. Πέθαναν για το τίποτα – ή μάλλον, πέθαναν για τη δουλειά. Αλλά η δουλειά δεν είναι τίποτα για να πεθάνει κανείς. Γιατί δε μπορώ να ‘ρθω στη δουλειά σήμερα: η σκέψη της δουλειάς με κράτησε ξύπνιο όλο το βράδυ. Άλλη μια καταραμένη κρίση πορδομανίας ενώ έτρωγα βραδινό, έσπασα το χέρι μου ξέχασα το στομαχικό μου διάλυμα στο θέατρο χθες βράδυ το χρυσόψαρό μου είχε την πρώτη του περίοδο… είναι η 174η επέτειος από την 20η σονάτα του Μπετόβεν

Άσχημα νέα για τους φιλελεύθερους: τα νομοθετικά μπαλώματα είναι άχρηστα σ΄ αυτό το πλαίσιο ζωής-και-θανάτου. Η Ομοσπονδιακή Διοίκηση για την Εργασιακή Ασφάλεια και Υγεία (OSHA) σχεδιάστηκε για να ελέγξει το πυρήνα του προβλήματος, την ασφάλεια στο μέρος της εργασίας. Ακόμα και πριν την καταπνίξουν ο Ρήγκαν και το ανώτατο δικαστήριο, η OSHA ήταν μια φάρσα. Με τα προηγούμενα και, με τα σημερινά δεδομένα γενναιόδωρα, επίπεδα χρηματοδότησης της εποχής του Carter, ένα εργασιακό μέρος θα μπορούσε να περιμένει μια τυχαία επίσκεψη ενός επιθεωρητή της OSHA μια φορά κάθε 46 χρόνια.

Ο κρατικός έλεγχος της οικονομίας δεν αποτελεί λύση. Η δουλειά είναι, αν μη τι άλλο, πιο επικίνδυνη στις χώρες του κρατικού σοσιαλισμού απ΄ ότι είναι εδώ. Χιλιάδες ρώσων εργατών σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν κατασκευάζοντας τον υπόγειο της Μόσχας. Υπάρχουν ιστορίες που μιλάνε για συγκαλυμμένες πυρηνικές καταστροφές των Σοβιετικών που θα έκαναν το Τime Beach ή το Τhree Miles Island να μοιάζουν με ασκήσεις γυμνασίου για περίπτωση αεροπορικής επιδρομής. Απ΄ την άλλη μεριά, η αποδέσμευση από τις νομοθετικές ρυθμίσεις, που είναι δημοφιλής τώρα, δε θα βοηθήσει και πιθανότατα θα έχει άσχημο αποτέλεσμα. Σ΄ ότι έχει να κάνει με την υγεία και την ασφάλεια, ανάμεσα σε άλλα, η δουλειά ήταν στη χειρότερη περίοδό της όταν η οικονομία προσέγγιζε περισσότερο το laissez-faire.

Ιστορικοί όπως ο Eugene Genovese υποστήριξαν με πειστικά επιχειρήματα ότι -όπως επέμεναν οι απολογητές της δουλείας- οι εργάτες των εργοστασίων στη Βόρεια Αμερική και στην Ευρώπη ήταν χειρότερα από τους σκλάβους στις φυτείες του νότου. Καμιά ανακατάταξη στις σχέσεις ανάμεσα στους γραφειοκράτες και τους επιχειρηματίες δε δείχνει να φέρνει καμιά διαφορά σ΄ ότι αφορά την παραγωγή. Ο σοβαρός εξαναγκασμός ακόμα και των ασαφών επιπέδων που επέβαλλε θεωρητικά η OSHA πιθανότατα θα ακινητοποιούσε την οικονομία. Οι εκτελεστές του νόμου προφανώς το εκτιμούν αυτό, αφού ούτε που προσπαθούν να πάρουν μέτρα ενάντια στους περισσότερους κακούργους.

Ό,τι έχω πει μέχρι τώρα οφείλει να μην είναι αμφιλεγόμενο. Πολλοί εργάτες έχουν σιχαθεί τη δουλειά. Υπάρχουν υψηλά και αυξανόμενα ποσοστά απουσιών, αντικαταστάσεων, ληστειών και σαμποτάζ στους εργοδότες, απεργιών, και γενικής απροθυμίας για δουλειά. Μπορεί να υπάρχει κάποιο κίνημα προς την κατεύθυνση της συνειδητής και όχι απλά πηγαίας απόρριψης της δουλειάς. Και όμως το κυρίαρχο συναίσθημα, κοινό ανάμεσα στ΄ αφεντικά και τους πράκτορές τους και επίσης διαδεδομένο ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες, είναι ότι η δουλειά είναι αναπόφευκτη και απαραίτητη.

Διαφωνώ. Τώρα είναι δυνατό να καταργήσουμε τη δουλειά και να την αντικαταστήσουμε, στο σημείο που αυτή εξυπηρετεί χρήσιμους σκοπούς, με μια πλειάδα νέων ειδών ελεύθερης δραστηριότητας. Για να καταργήσουμε τη δουλειά απαιτείται να την πιάσουμε από δυο μεριές, ποσοτικά και ποιοτικά. Από τη μια πλευρά, την ποσοτική, πρέπει να γίνουν μαζικές περικοπές στην ποσότητα της δουλειάς που γίνεται. Σήμερα, η περισσότερη δουλειά είναι άχρηστη ή χειρότερα, και πρέπει απλά να απαλλαγούμε από αυτή. Από την άλλη -και νομίζω ότι αυτό είναι το πιο ουσιώδες σημείο του θέματος και το επαναστατικά καινούργιο ξεκίνημα – πρέπει να πάρουμε ότι χρήσιμη δουλειά μένει και να τη μετατρέψουμε σε μια ευχάριστη ποικιλία ασχολιών που θα μοιάζουν με παιχνίδι ή τέχνη, μη ικανές να διακριθούν από άλλες ευχάριστες ασχολίες, εκτός από το ότι συμβαίνει να αποφέρουν χρήσιμα προϊόντα. Σίγουρα αυτό δε θα πρέπει να τις κάνει λιγότερο ελκυστικές. Τότε όλα τα τεχνητά φράγματα της εξουσίας και της ιδιοκτησίας θα γκρεμιζόντουσαν. Η δημιουργία θα μπορούσε να γίνει ψυχαγωγία. Και θα μπορούσαμε όλοι να σταματήσουμε να φοβόμαστε ο ένας τον άλλο.

Δεν υποστηρίζω ότι το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς είναι ικανό να σωθεί με αυτό τον τρόπο. Αλλά τις περισσότερες δουλειές δεν αξίζει να προσπαθήσει να τις σώσει κανείς. Μόνο ένα μικρό και μειωνόμενο τμήμα της δουλειάς εξυπηρετεί κάποιο χρησιμότητα άλλη από την υπεράσπιση και την αναπαραγωγή του εργασιακού συστήματος και των πολιτικών και νομικών παραρτημάτων της. Πριν 20 χρόνια, οι Paul και Percival Goodman υπολόγισαν ότι μόνο το πέντε τοις εκατό της δουλειάς που γινόταν τότε – προφανώς αυτός ο αριθμός, αν είναι ακριβής, θα είναι χαμηλότερος τώρα- θα ικανοποιούσε το μίνιμουμ των αναγκών μας για ένδυση, στέγαση και σίτιση. Ήταν απλά μια καλοδιαβασμένη υπόθεση αλλά το κύριο σημείο είναι αρκετά καθαρό: άμεσα ή έμμεσα, η περισσότερη δουλειά εξυπηρετεί τους μη-παραγωγικούς σκοπούς του εμπορίου ή του κοινωνικού ελέγχου. Αμέσως-αμέσως μπορούμε να απελευθερώσουμε 10-δες εκατομμύρια πωλητών, στρατιωτών, μάνατζερ, μπάτσων, χρηματιστών, ιερωμένων, τραπεζιτών, δικηγόρων, καθηγητών, ιδιοκτητών γης, σεκιουριτάδων, διαφημιστών και όλων αυτών που δουλεύουν γι΄ αυτούς. Υπάρχει ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας, καθώς κάθε φορά που σχολάμε κάποιο μεγάλο κεφάλι απελευθερώνουμε και τους λακέδες του και όλους τους υφισταμένους του επίσης. Έτσι, η οικονομία καταρρέει.

Το σαράντα τοις εκατό του εργατικού δυναμικού εργάζεται σε μη-χειρωνακτικές δουλειές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι μερικές από τις πιο πληκτικές και ηλίθιες δουλειές που έχουν επινοηθεί ποτέ. Η δουλειά σε ολόκληρες βιομηχανίες, ασφαλιστικές εταιρείες, τράπεζες και μεσιτικά γραφεία για παράδειγμα, δε συνίσταται σε τίποτε άλλο παρά σε άχρηστη μετάθεση χαρτιών. Δεν είναι τυχαίο ότι ο “τριτογενής τομέας”, ο τομέας των υπηρεσιών, αναπτύσσεται, ενώ ο “δευτερογενής τομέας” (βιομηχανία) μένει στάσιμος και ο “πρωτογενή τομέας” (αγροκαλλιέργεια) σχεδόν εξαφανίζεται. Επειδή η δουλειά είναι άχρηστη εκτός για αυτούς των οποίων εξασφαλίζει την εξουσία, οι εργάτες μεταθέτονται από σχετικά χρήσιμες σε σχετικά άχρηστες ασχολίες, ως μέτρο για να διασφαλιστεί η δημόσια τάξη. Οτιδήποτε είναι καλύτερο από το τίποτε. Γι’ αυτό δε μπορείς να πας σπίτι σου επειδή τέλειωσες νωρίτερα. Θέλουν το χρόνο σου, αρκετό απ΄ αυτόν για να σε κάνουν δικό τους, ακόμα και αν ο περισσότερος δεν έχει καμιά χρησιμότητα για αυτούς. Αλλιώς γιατί η μέση εργάσιμη εβδομάδα δεν έχει μειωθεί περισσότερο από λίγα λεπτά τα τελευταία πενήντα χρόνια;

Έπειτα μπορούμε να τσεκουρώσουμε και την ίδια την παραγωγική δουλειά. Όχι άλλη πολεμική παραγωγή, πυρηνική ενέργεια, junk food, αποσμητικά για γυναίκες – και πάνω απ΄ όλα, όχι άλλη αυτοκινητιστική βιομηχανία. Κάποιο Stanley Steamer ή Model-T που και που θα μπορούσε να είναι εντάξει, αλλά για τον αυτοκινητο-ερωτισμό στον οποίο στηρίζονται καρκινώματα σαν το Los Angeles και το Detroit, ούτε κουβέντα. Ήδη, χωρίς καν προσπάθεια, ουσιαστικά λύσαμε την ενεργειακή κρίση, την περιβαλλοντική κρίση και βάλαμε σε τάξη άλλα άλυτα κοινωνικά προβλήματα.

Τέλος, πρέπει να καταργήσουμε τη μακράν μεγαλύτερη απασχόληση, αυτή με τις περισσότερες ώρες, τη χαμηλότερη πληρωμή και μερικές από τις πιο βαρετές εργασίες. Αναφέρομαι στις νοικοκυρές που ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Καταργώντας τη μισθωτή εργασία και πετυχαίνοντας την πλήρη ανεργία, υπονομεύουμε το φυλετικό διαχωρισμό της εργασίας. Η “πυρηνική οικογένεια” όπως την ξέρουμε προσαρμόζεται αναπόφευκτα στο διαχωρισμό της εργασίας που επιβάλλεται από τη σύγχρονη μισθωτή εργασία. Είτε σας αρέσει είτε όχι, όπως έχουν τα πράγματα τους τελευταίους ένα με δύο αιώνες είναι οικονομικά λογικό για τον άνδρα να φέρνει σπίτι το μπέικον, για τη γυναίκα να κάνει όλες τις σκατοδουλειές για να του παρέχει ένα καταφύγιο σ΄ ένα σκληρό κόσμο, και για τα παιδιά να οδηγούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης νεολαίας που αποκαλούνται “σχολεία”, βασικά για να μη μπλέκονται στα πόδια της μητέρας τους αλλά και να παραμένουν ελέγξιμα, καθώς και για να αποκτήσουν ταυτόχρονα τις συνήθειες της υποταγής και της ακρίβειας που είναι τόσο απαραίτητες για τους εργάτες. Αν θέλετε ν΄ απαλλαχθούμε από την πατριαρχία, ας ξεφορτωθούμε την “πυρηνική οικογένεια” της οποίας η απλήρωτη “σκιώδης εργασία” όπως λέει ο Ivan Illich, καθιστά δυνατό το εργατικό σύστημα που την κάνει απαραίτητη. Συνυφασμένα μ΄ αυτή την αντιπυρηνική στρατηγική είναι η κατάργηση της παιδικής ηλικίας και το κλείσιμο των σχολείων. Υπάρχουν περισσότεροι σπουδαστές απ΄ ότι εργάτες σ΄ αυτή τη χώρα. Χρειαζόμαστε τα παιδιά ως δασκάλους όχι ως μαθητές. Έχουν πολλά να προσφέρουν στην παιχνιδιάρικη επανάσταση γιατί είναι καλύτερα στο να παίζουν απ΄ ότι οι ενήλικοι. Οι ενήλικοι και τα παιδιά δεν είναι ίδιοι αλλά θα γίνουν ίσοι μέσω της αλληλεξάρτησης. Μόνο το παιχνίδι μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών.

Δεν έχω ακόμη αναφέρει καν τη δυνατότητα να περικόψουμε τη λίγη δουλειά που απομένει αυτοματικοποιόντας και κυβερνοποιόντας τη. Όλοι οι επιστήμονες και μηχανικοί και τεχνικοί, απελευθερωμένοι από το να απασχολούνται με την πολεμική έρευνα και τις προγραμματισμένα άχρηστες εφευρέσεις, θα διασκέδαζαν σχεδιάζοντας μέσα για να εξαλείψουν την κούραση, την ανία και τον κίνδυνο από δραστηριότητες όπως η εξόρυξη ορυκτών. Αναμφίβολα θα βρουν και άλλα σχέδια για να διασκεδάσουν. Ίσως να ξεκινήσουν ένα παγκόσμιο multi-media δίκτυο επικοινωνιών ή να ιδρύσουν διαστημικές αποικίες. Ίσως. Εγώ προσωπικά δεν έχω κανένα ψώνιο με τα τεχνολογικά μαραφέτια. Δε θα με ενδιέφερε να ζήσω σ΄ ένα παράδεισο από κουμπιά και μοχλούς. Δε θέλω ρομπότ-σκλάβους να κάνουν τα πάντα. θέλω να κάνω πράγματα μόνος μου. Υπάρχει, πιστεύω, χώρος για τεχνολογία που μειώνει τη δουλειά, αλλά είναι περιορισμένος. Τα ιστορικά και προϊστορικά αρχεία δεν είναι ενθαρρυντικά. Όταν η παραγωγική τεχνολογία πήγε από το κυνήγι-συλλογή τροφής στη γεωργία και μετά στη βιομηχανία, η δουλειά αυξήθηκε ενώ οι ικανότητες και η αυτοδιάθεση μειώθηκαν. Η περαιτέρω ανάπτυξη της βιομηχανίας επέτεινε αυτό που ο Harry Braverman αποκάλεσε εξαθλίωση της δουλειάς. Έξυπνοι παρατηρητές είχαν πάντα γνώση αυτού του πράγματος. Ο John Stuart Mill έγραψε ότι όλες οι εφευρέσεις που είχαν ως στόχο τη μείωση δουλειάς δεν γλίτωσαν ούτε ένα λεπτό εργασίας. Ο Karl Marx έγραψε ότι “θα ήταν δυνατό να γράψει κανείς μια ιστορία των εφευρέσεων από το 1830 και μετά, με μόνο σκοπό την παροχή του κεφαλαίου με όπλα ενάντια στις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης”. Οι ενθουσιώδεις τεχνό-φίλοι – Saint-Simon, Comte, Lenin, B.F.Skinner- ήταν πάντα απτόητοι εξουσιαστές επίσης. δηλαδή, τεχνοκράτες. Θα έπρεπε να είμαστε κάτι περισσότερο από σκεπτικιστές σ΄ ότι αφορά τις υποσχέσεις των μυστικιστών των υπολογιστών. Δουλεύουν σαν τα σκυλιά . κατά πάσα πιθανότητα, αν ακολουθούν το δρόμο τους, το ίδιο θα κάνουμε και εμείς οι υπόλοιποι. Αλλά αν έχουν κάποιες συγκεκριμενοποιημένες προσφορές πιο πρόθυμα υποταγμένες στους ανθρώπινους στόχους απ΄ ότι στην εξέλιξη της υψηλής τεχνολογίας, τότε ας τους ακούσουμε για μια φορά.

Αυτό που θέλω πραγματικά να δω είναι τη δουλειά να μετατρέπεται σε παιχνίδι. Ένα πρώτο βήμα είναι να απαρνηθούμε τις έννοιες της “εργασίας” και της “απασχόλησης”. Ακόμα και δραστηριότητες που ήδη έχουν κάποιο φιλοπαίγμων περιεχόμενο χάνουν το μεγαλύτερο μέρος του, υποβιβαζόμενες σε δουλειές τις οποίες είναι αναγκασμένοι να κάνουν κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι, και μόνο αυτοί, αποκλείοντας οποιονδήποτε άλλο. Δεν είναι περίεργο ότι οι αγρότες μοχθούνε στα χωράφια ενώ οι αφέντες τους με τα air-condition τους πηγαίνουν σπίτι κάθε σαββατοκύριακο και ψευτοδουλεύουν στους κήπους τους; Σ΄ένα σύστημα μόνιμου γλεντιού, θα γίνουμε μάρτυρες της Χρυσής Εποχής των ερασιτεχνών που θα ντροπιάσουν την Αναγέννηση. Δε θα υπάρχουν άλλες δουλειές, απλά πράγματα για να γίνουν και άνθρωποι για να τα κάνουν.

Το μυστικό για να μετατραπεί η δουλειά σε παιχνίδι, όπως έδειξε ο Charles Fourier, είναι να ρυθμιστούν οι διάφορες δραστηριότητες έτσι ώστε να επωφελούνται απ΄ αυτό που διάφοροι άνθρωποι σε διάφορες χρονικές περιόδους διασκεδάζουν να κάνουν στην πραγματικότητα. Για να γίνει δυνατό για κάποιους ανθρώπους να κάνουν τα πράγματα που θα μπορούσαν να τους αρέσουν, θα είναι αρκετό απλά να εξαλειφθούν οι παραλογισμοί και οι διαστρεβλώσεις που τυραννούν αυτές τις δραστηριότητες όταν υποβιβάζονται σε δουλειά. Εγώ, για παράδειγμα, θα διασκέδαζα να διδάσκω (όχι για πολύ), αλλά δε θέλω εξαναγκασμένους μαθητές και δε μ΄ ενδιαφέρει να γλείψω παθητικούς σχολαστικούς ανθρώπους για τη σύμβαση.

Δεύτερον, υπάρχουν κάποια πράγματα που στους ανθρώπους αρέσει να κάνουν από καιρό σε καιρό, αλλά όχι για πολύ, και σίγουρα όχι συνεχώς. Μπορεί να διασκεδάσει κανείς το baby-sitting για λίγες ώρες με σκοπό να μοιραστεί τη συντροφιά παιδιών, αλλά όχι τόσο όσο οι γονείς τους. Οι γονείς τους παράλληλα, εκτιμούν βαθιά το χρόνο που τους απελευθερώνεται, παρόλο που θα γίνονταν νευρικοί αν χωριζόντουσαν από τους απογόνους τους για πολύ. Αυτές οι διαφορές ανάμεσα στα άτομα είναι που κάνουν δυνατή μια ζωή ελεύθερου παιχνιδιού. Η ίδια αρχή ισχύει σε πολλές άλλες περιοχές δραστηριότητας, ειδικά στις πρωτογενείς. Έτσι πολλοί άνθρωποι διασκεδάζουν να μαγειρεύουν όταν μπορούν να εξασκήσουν το μαγείρεμα ελεύθερα με χρόνο στη διάθεσή τους, αλλά όχι όταν απλά γεμίζουν με καύσιμα ανθρώπινα κορμιά για τις ανάγκες της δουλειάς.

Τρίτον -με το ίδιο να ισχύει και για άλλα πράγματα- μερικά πράγματα που δεν είναι ευχάριστα αν τα κάνει κανείς μόνος του ή σε δυσάρεστο περιβάλλον ή κάτω από τις διαταγές ενός επισταμένου, είναι ευχάριστα, τουλάχιστον για λίγο, αν αυτές οι συνθήκες αλλάξουν. Αυτό είναι πιθανότατα αλήθεια, ως ένα σημείο, για όλες τις δουλειές. Οι άνθρωποι ξεδιπλώνουν την κατά τ΄ άλλα σπαταλημένη ευφυΐα τους για να γελοιοποιήσουν τις λιγότερο ελκυστικές αγγαρο-δουλειές, όσο περισσότερο μπορούν. Δραστηριότητες που συγκινούν κάποιους ανθρώπους δεν συγκινούν πάντα και όλους τους υπόλοιπους, αλλά ο καθένας – δυνητικά τουλάχιστον – έχει μια ποικιλία ενδιαφερόντων και ένα ενδιαφέρων για την ποικιλία. Όπως λέει και το ρητό, “το κάθε τι μια φορά”.

* * *

Ο Fourrier ήταν αυθεντία στο να παρατηρεί το πως παράλογες και διεστραμμένες τάσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη μετα-πολιτισμένη κοινωνία, κάτι που αποκαλούσε Αρμονία. Σκεφτόταν ότι ο αυτοκράτορας Νέρων θα ήταν εντάξει αν ως παιδί μπορούσε να έχει ικανοποιήσει τα αιμοδιψή του γούστα δουλεύοντας σ΄ ένα σφαγείο. Μικρά παιδιά στα οποία αρέσει να κυλιούνται στη βρώμα θα μπορούσαν να οργανωθούν σε “Μικρές Ορδές” για να καθαρίζουν τις τουαλέτες και ν΄αδειάζουν τα σκουπίδια, με μετάλλια να απονέμονται σε όσα διακρίνονται. Αντικείμενό μου δεν είναι τα συγκεκριμένα παραδείγματα, αλλά η υποβόσκουσα αρχή, της οποίας η σημασία νομίζω ότι εκφράζεται πλήρως ως μια διάσταση μιας συνολικά επαναστατικής μεταμόρφωσης. Έχετε κατά νου ότι δεν πρέπει να πάρουμε τις σημερινές δουλειές ακριβώς ως έχουν σήμερα και να τις ταιριάξουμε με τους κατάλληλους ανθρώπους, μερικοί εκ των οποίων θα πρέπει να είναι πραγματικά διεστραμμένοι. Αν η τεχνολογία έχει κάποιο ρόλο σ΄ όλα αυτά είναι λιγότερο το να εξαφανίσει τη δουλειά αυτοματοποιώντας τη, απ΄ ότι το ν΄ ανοίξει νέους χώρους για δημιουργία/ ψυχαγωγία. Μπορεί να θέλουμε να επιστρέψουμε, σε κάποιο ποσοστό, στη χειροτεχνία, που ο William Μorris θεωρούσε ως μια πιθανή και επιθυμητή έκβαση της κομμουνιστικής επανάστασης. Η τέχνη θα απαλλοτριωνόταν από τους συλλέκτες και τους σνομπ, καταργούμενη ως ένας εξειδικευμένος τομέας που φροντίζει την τροφοδοσία ενός ελιτίστικου κοινού, και οι αρετές της ομορφιάς και δημιουργίας θα επέστρεφαν στην ολοκληρωτική ζωή από την οποία εκλάπησαν με τη δουλειά. Το γεγονός ότι οι ελληνικοί αμφορείς για τους οποίους γράφουμε ωδές και τους επιδεικνύουμε σε μουσεία χρησιμοποιόντουσαν στον καιρό τους για την αποθήκευση ελαιόλαδου, προκαλεί σοβαρές σκέψεις. Αμφιβάλλω αν τα τεχνουργήματα της καθημερινότητάς μας θα τα πάνε τόσο καλά στο μέλλον, αν υπάρξει τέτοιο. Το θέμα είναι ότι δεν υπάρχει πρόοδος στον κόσμο της δουλειάς. Αν μη τι άλλο, υπάρχει ακριβώς το αντίθετο. Δε θα έπρεπε να διστάζουμε να κλέψουμε πράγματα από το παρελθόν για όλα αυτά που έχει να προσφέρει, οι αρχαίοι δε θα χάσουν τίποτε ενώ εμείς θα πλουτίσουμε.

Η επανεφεύρεση της καθημερινής ζωής σημαίνει την πορεία έξω από τα όρια των χαρτών μας. Υπάρχουν στ΄ αλήθεια περισσότερες υπαινισσόμενες υποθέσεις γι αυτό απ΄ ότι υποπτεύεται ο περισσότερος κόσμος. Πέρα από το Fourrier και το Morris – και ακόμα ένα υπαινιγμό, εδώ κι εκεί, στο Marx – υπάρχουν τα γραπτά του Kropotkin, οι συνδικαλιστές Petaud και
Pouget, αναρχοκομμουνιστές παλιοί (Berkman) και καινούργιοι (Bookchin). Οι αδερφοί του Goodman Communitas, είναι καλό παράδειγμα για να δει κανείς τι μορφές ακολουθούν δεδομένες λειτουργίες (στόχοι), και υπάρχει κάτι για να σταχυολογήσει κανείς από τους συχνά συγκεχυμένους αγγελιαφόρους της εναλλακτικής / οικειοποιημένης / ενδιάμεσης / γιορτινής τεχνολογίας, όπως ο Schumacher και ειδικά ο Ιllich, αν αποσυνδεθούν από την ομίχλη των μηχανών τους. Οι καταστασιακοί – όπως εκπροσωπούνται στην Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής του Vaneigem και στη Διεθνή Καταστασιακή Ανθολογία – είναι τόσο ανήλεα διαυγείς ώστε να προκαλούν ξέφρενη χαρά, ακόμα κι αν ποτέ δεν εναρμόνισαν την έγκριση του κανόνα των εργατικών συμβουλίων με την κατάργηση της δουλειάς. Καλύτερα όμως η δυσαρμονία τους, από οποιαδήποτε υπάρχουσα παραλλαγή αριστερισμού, του οποίου οι θιασώτες προσπαθούν να είναι οι τελευταίοι πρωταθλητές της δουλειάς, γιατί αν δεν υπήρχε καθόλου δουλειά, δε θα υπήρχαν και εργάτες, και χωρίς εργάτες, ποιους θα είχε η αριστερά για να οργανώνει;

Έτσι οι αμπολισιονιστές θα είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος μόνοι τους. Κανείς δε μπορεί να πει τι θα προκύψει από την αποδέσμευση της δημιουργικής ενέργειας που έχει αχρηστευθεί από τη δουλειά. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί. Το πληκτικό πρόβλημα των συζητητών της ελευθερίας ενάντια στην αναγκαιότητα, με τους θεολογικούς του απόηχους, λύνεται πρακτικά μόνο του όταν η παραγωγή χρήσης-αξιών συνυπάρχει με την κατανάλωση του γεμάτου γοητεία παιχνιδιού – δραστηριότητας.

Η ζωή θα γίνει ένα παιχνίδι, ή μάλλον πολλά παιχνίδια, αλλά όχι -όπως είναι τώρα- ένα παιχνίδι όλα ή τίποτα. Μια ιδανική σεξουαλική αναμέτρηση είναι ένα παράδειγμα παραγωγικού παιχνιδιού. Οι συμμετέχοντες λαμβάνουν υπόψη την ηδονή του άλλου, κανείς δεν κρατά το σκορ, και όλοι κερδίζουν. Όσα περισσότερα δίνεις, τόσα περισσότερα παίρνεις. Στη φιλοπαίγμονα ζωή, ότι καλύτερο έχει να δώσει το σεξ θα διαχυθεί στο καλύτερο μέρος της καθημερινής μας ζωής. Το γενικευμένο παιχνίδι οδηγεί στη λιμπιντοποίηση της ζωής. Το σεξ, με τη σειρά του, μπορεί να γίνει λιγότερο επείγον και απελπισμένο, περισσότερο παιχνιδιάρικο. Αν παίξουμε καλά τα χαρτιά μας, μπορούμε όλοι να πάρουμε από τη ζωή περισσότερα απ΄ ότι βάζουμε. αλλά μόνο αν παίζουμε για πάντα.

Κανείς δε θα έπρεπε ποτέ να δουλεύει. Εργάτες όλου του κόσμου … αράχτε!

Προτεινόμενα αναγνώσματα:
Το δικαίωμα στην τεμπελιά Paul Lafargue, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος
Bolo bolo P.M., εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος
Η επανάσταση της καθημερινής ζωής Raoul Vaneigem, εκδόσεις Ακμων.

Το άρθρο είναι επίσης διαθέσιμο στα αγγλικά και στα γερμανικά